Σκέψεις περί αισθητικής…

Η πιο όμορφη ώρα μιας φθινοπωρινής ημέρας είναι το απόγευμα, όταν ο ήλιος αρχίζει να πλαγιάζει προς τη δύση του. Αν προσέξετε, αν ποτέ βρείτε το χρόνο να προσέξετε κάτι τόσο ασήμαντο, θα δείτε πως την ώρα εκείνη ο τρόπος που το φως θωπεύει την ύλη, της προσδίδει μια παράξενη διαφάνεια. Μια στιγμή ομορφιάς που αναδεικνύει την κομψότητα της φευγαλέας εντύπωσης.

Της τελευταίας φωτεινής εντύπωσης πριν τη βαθιά, ατελείωτη νύχτα του χειμώνα. Μια νύχτα τόσο καθολικά κι απόλυτα σκοτεινή που μοιάζει με θάνατο και δεν αφήνει καμία υπόσχεση καινούριας αυγής.

Πολύ μακριά απ’ όποια όμορφη στιγμή και κάτω απ’ την πραγματικότητα πλέον, της απειλής του σκότους, μια ολόκληρη κοινωνία ζει και ανασαίνει αποστρέφοντας, στη πλειονότητά της, τα μάτια απ’ οτιδήποτε θα τη φέρει αντιμέτωπη με τη φοβερή προσωπική ευθύνη.

Μια κοινωνία βαθιά θεμελιωμένη στην ενοχή, στη χαμηλή έως ανύπαρκτη αυτοεκτίμηση, στη διαιώνιση της ανημπόριας, της εξάρτησης και της κατάτμησης των όντων που την απαρτίζουν. Όντα που καταχρηστικά ονομάζονται άτομα, καθώς απέχουν έτη φωτός από την κατάσταση της ενιαίας, άτμητης οντότητας.

Όντα που ταλανίζονται από το φόβο και την ελπίδα κι αναδεικνύουν ως υπέρτατα αγαθά την ασφάλεια και τη συντήρηση!

Ανήμποροι να ξεφύγουμε απ’ αυτά τα πλαίσια, σφιγγόμαστε περισσότερο στο μικροαστικό μας πανωφόρι κι αναζητούμε την ασφάλεια της μετριότητας που αποκαλούμε δημοκρατία. Η μετριότητα του μέσου όρου…

Κρυβόμαστε πίσω από αποκυήματα στρεβλής φαντασίας, έθνος, θρησκεία, οικογένεια, »αξιοπρεπής» βίος, σύνορα, χρώματα, επιστημονική ορθότητα, κάθε είδους ειδήμονα ή αρχηγό. Σύγχρονοι μύθοι, τα δεκανίκια και οι πυλώνες ενός απάνθρωπου οικονομικού συστήματος, που φτάσαμε στο σημείο να το θεωρούμε κομμάτι της ανθρώπινης φύσης!

Και που θα κρυφτούμε εμείς τα ανήμπορα, μικροπρεπή όντα, όταν η μετριότητα αποδειχθεί ανεπαρκής, και τα θεμέλια των μυθευμάτων πάνω στα οποία έχουμε στηρίξει την ύπαρξή μας, τρίζουν; Δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούμε, το σύστημα το έχει προβλέψει και αυτό. Μα φυσικά μέσα στη μπότα της αποκτήνωσης του φασισμού!

Ναι, γιατί όχι;

Και συνεχίζουμε την καθημερινότητά μας, μορφώνοντας με τη φτωχή μας συνείδηση το σχήμα του Κόσμου, ακόμη κι αν η γειτονιά μας έχει αιματοκυλιστεί, ακόμη κι αν οι γραμμές του αίματος κυλούν έξω από την πόρτα μας. Απλώς θα προσέξουμε να μην τις πατήσουμε και λερωθούμε. Ο εχθρός είναι πάντα κάποιος άλλος, κάπου εκεί έξω και κάποιοι άλλοι θα κάνουν κάτι γι αυτό. Εμείς τι μπορούμε να κάνουμε;

Ντρέπομαι για το είδος μου.

Για το μικρό ανήμπορο ανθρωπάκι, το δειλό, το απαίδευτο, το ημιμαθές, το εξειδικευμένο, με τα τρεμάμενα πήλινα ποδαράκια, που η μεγαλύτερη πνευματική του φιλοδοξία φτάνει ως τη διεκδίκηση του ψωμιού, του άρτου του επιούσιου! Έρμαιο στις αρπάγες της αναγκαιότητας. Που κάθε φορά που κατόρθωσε να κατακτήσει την ελευθερία, ήταν ανίκανο να την κρατήσει, κι αμέσως παρέδωσε τη ευθύνη σε κάποιο γνώριμο από το παρελθόν σχήμα.

Ντρέπομαι γιατί γεννιόμαστε άνθρωποι με τη δυνατότητα να επιλέξουμε ανάμεσα στον υπεράνθρωπο και στον υπάνθρωπο και σχεδόν πάντα επιλέγουμε σαφώς και ομοφώνως το δεύτερο.

Ντρέπομαι και φρίττω όταν κοιτώ όλες αυτές τις κόκκινες γραμμές του αίματος να κυλούν μέσα μου, πάνω μου, να λερώνουν τα χέρια μου. Εγώ η πληγή, εγώ και το μαχαίρι. Καθρέπτης μου το κοινωνικό γίγνεσθαι και αντανάκλαση του, εγώ.

Ό,τι αναλογεί στην κοινωνία μου αναλογεί, σε μια απόλυτα ισορροπημένα ανεπτυγμένη συμμετρία.

Ναι, να συντρίψουμε το φασισμό! Αλλά να μην ξεχάσουμε το αυγό του φιδιού που εκκολάπτεται μέσα μας, μέσα στον κάθε ένα από εμάς.

Η ώρα περνάει γρηγορότερα απ’ όσο θα θέλαμε. Ο κόσμος βιάζεται, τρέχει προς τη δύση του.

Ένα σαρδόνιο χαμόγελο διαγράφεται στα χείλη μου, καθώς μια χαιρέκακη σκέψη αναδύεται στο νου.

Τι ειρωνεία! Ίσως τελικά τα κόκκινα ρυάκια του αίματος να είναι απλώς θέμα αισθητικής…

Ποτέ μου δεν θέλησα να γίνω καλός άνθρωπος. Πάντα ονειρευόμουν να γίνω ολόκληρος και αδιαίρετος άνθρωπος.

Ικανή να φανταστώ και να χαράξω τη δική μου πορεία, παρακάμπτοντας το θόρυβο της μάζας, αδιαφορώντας για τις επιταγές της όποιας αρχής.

Πώς θα ήταν άραγε να μην υπήρχε καμία αρχή, να ήμασταν δυνατοί ν’ αναλάβουμε την ευθύνη της ύπαρξής μας, ν’ ανασκουμπωνόμασταν να δουλέψει ο καθένας το μερτικό του; Και να ήταν, λέει, αυτό το μερτικό του καθενός, ο Κόσμος ολόκληρος! Ν’ άνοιγε ο καθένας την παλάμη του, το στήθος του, το νου του, κι εκεί να στροβιλίζονταν ένα ολόκληρο Σύμπαν!

23/9/2013

Μαρία Πάνου

View article…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s