Ποιός τη Ζωή μου, ποιός την κυνηγά; Να την ξεμοναχι άσει μέσ΄τη νύχτα

Γράφει ο Θεόφιλος Ψωμιάδης

(οι υποστηριχτές ενός άθλιου συστήματος)

Είναι ο Σαμαράς ή ο Βενιζέλος ή όποιος άλλος θέλετε «κακοί» άνθρωποι που θέλουν το κακό μας; Είναι κλέφτες ή απατεώνες με την έννοια του κοινού ποινικού δικαίου; Όχι!

Στο μυαλό πολλών από εμάς στριφογυρίζει η ιδέα ότι τα πρόσωπα ευθύνονται για το κακό μας το χάλι, μα δεν είναι καθόλου έτσι.

Σκεφτείτε, όσο «κακός» και να είναι κάποιος πολιτικός, γιατί να τα «σπάσει» με όλες τις κοινωνικές ομάδες όπου βρίσκονται οι μέλλοντες ψηφοφόροι του; Από χαζομάρα; Και ποιος χαζός θα έπειθε τόσους πολλούς ώστε να τον ψηφίσουν;

Είναι λοιπόν τόσο ισχυρή η αντίληψή μας ότι τα πρόσωπα κινούν την ιστορία; Είναι και όχι τυχαία! Αυτή η αντίληψη λειτουργεί ως κουρτίνα που από πίσω της κρύβει τις πραγματικές αιτίες των όποιων αποφάσεων.

Τι παίζει λοιπόν; Πού βασίζονται οι αποφάσεις που παίρνονται;

(ο στρατηγός μαμωνάς επί τω έργω)

Κάποια συγκλονιστικά στοιχεία.

• 50 τραπεζικές επιχειρήσεις ελέγχουν 3.500.000 μικρότερες επιχειρήσεις και διαθέτουν 1.300.000.000.000.000 $ (τετράκις).

• Οι τράπεζες ξεφορτώνονται το €.

• Η καταθετική βάση των εργαζομένων στις τράπεζες είναι 160.000.000.000 $ (δις) παγκόσμια και απέσυραν απ’ αυτές 360.000.000.000 $ (δις). Να πώς παράγονται τα δημόσια ελλείμματα.

• Η πραγματική οικονομία αντιπροσωπεύει το 2% του συνόλου των χρηματικών συναλλαγών και τα παράγωγα του χρηματιστικού κεφαλαίου είναι 1.600% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

• Κάθε δευτερόλεπτο διακινούνται στην ηλεκτρονική αγορά 320.000.000.000 $ (δις).

Υπάρχουν και άλλα πολλά στοιχεία που πιστεύω ότι δεν χρειάζεται μετά από τα προηγούμενα, να αναφερθούν.

Χρηματικά ποσά που βαριέσαι να μετράς τα μηδενικά, σουλατσάρουν σε μια παγκόσμια οικονομία που η ετήσια παραγωγικότητα είναι γύρω στα 60.000.000.000.000 $ (τρις).

Τι τεράστια ψαλίδα άραγε ανάμεσα στο παραγωγικό και χρηματιστικό κεφάλαιο;

Όλοι το ψυχανεμιζόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Άλλοι μπορούν και το βλέπουν, ενώ άλλοι όχι.

Ο καπιταλισμός σαπίζει και βρωμάει πολύ. Αυτοί που ωφελούνται απ’ αυτόν θέλουν να τον κρατήσουν στα πόδια του και κάνουν ό,τι μπορούν.

(ψήγματα από τη θεωρία της αξίας)

Υπάρχει ένα οικονομικό μέγεθος που ονομάζεται μέσο ποσοστό κέρδους.

Το απλό ποσοστό κέρδους μας δείχνει πόσα παραπάνω χρήματα βγάζει ο επιχειρηματίας σε σχέση με αυτά που έδωσε ώστε να παραχθεί το προϊόν.

Ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων μεταξύ τους, επειδή θέλουν να υπάρξουν στην αγορά, τις οδηγεί να κάνουν το προϊόν καλύτερο και φθηνότερο. Έτσι ρίχνουν το ποσοστό κέρδους του προϊόντος τους, γεγονός που τις καθιστά κυρίαρχες στην αγορά. Άθελά τους όμως βάζουν ένα μικρό λιθαράκι στην παγκόσμια μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους.

Όταν αυτή η μείωση φτάσει στο σημείο να γίνεται ασύμφορη στον επιχειρηματία η παραγωγή, τότε ή σταματάει την επιχειρηματική διαδικασία ή στρέφεται για κέρδη στο χρηματιστήριο. Μόνο που αυτά είναι φούσκες και περιμένει να πάρει τα κέρδη του στο μέλλον, από την παραγωγή που θα υπάρξει. Ναι, αυτή που ο ίδιος καταδίκασε ως ασύμφορη.

(η έφοδος του κράτους στα χειμερινά ανάκτορα του … κράτους)

Σε τέτοια κατάσταση (μειωμένης παραγωγής, μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους κλπ) πρέπει να υπάρξουν νέα κεφάλαια για να κινηθεί η παραγωγική διαδικασία. Πώς τα βρίσκουν; Μα από τα ταμεία του κράτους βεβαίως, βεβαίως, δημιουργώντας τα γνωστά δημόσια ελλείμματα .

50.000.000.000 € (δις) για παράδειγμα έδωσαν από τον κρατικό προϋπολογισμό στην ιδιωτική πρωτοβουλία των Ελληνικών τραπεζών, χώρια πόσα πήραν από την ΕΕ.

Και αν δεν φτάσουν; Που δεν έφτασαν. Τότε τι κάνουμε;

Ψάχνουμε για νέα θύματα εκμετάλλευσης.

Έτσι αξίες και δικαιώματα μετατρέπονται σε εμπορεύματα. Δεν θα έχουμε το δικαίωμα να μορφωνόμαστε, να αναρρώνουμε, να μετακινούμαστε να…..να…

Όλα θα υπάρχουν μόνο και μόνο για την παραγωγή νέων κερδών. Να αυξηθεί το μέσο ποσοστό κέρδους για να κινηθεί η οικονομία.

Δεν θα σταματήσουν να ιδιωτικοποιούν ούτε το ίδιο το κράτος και τους μηχανισμούς του. Π.χ. στρατό, αστυνομία κλπ. Ναι, ναι αυτό που μας λένε ότι είναι για όλους μας.

Γι’ αυτό και κατασυκοφαντείται και διασύρεται το δημόσιο. Και δεν πουλιέται. Χαρίζεται. Γι’ αυτό και οι εργαζόμενοι κατασυκοφαντούνται και διασύρονται το ίδιο. Για να καταλήξουν στην ίδια μοίρα με αυτούς του ιδιωτικού τομέα.

Και βεβαίως, βεβαίως ποτέ δεν πρόκειται να μας μιλήσουν για το ιδιωτικό χρέος. Γι’ αυτό άκρα του τάφου σιωπή, αν και είναι φοβερά μεγαλύτερο από το … δημόσιο έλλειμμα.

(η σιωπή των εργαζόμενων αμνών)

Αυτή την πολιτική ακολουθούν Σαμαράς, Βενιζέλος, Μέρκελ, Ολάντ και γενικά όλοι οι πολιτικοί παγκοσμίως. Την πολιτική βαλσαμώματος του σάπιου πτώματος του καπιταλισμού.

Επειδή όλοι απομακρύνονται από την έντονη βρώμα των πτωμάτων, πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να δούμε το σάπιο πτώμα ζωντανό και μυρωδάτο. Και υπάρχουν πολλοί.

Κατ’ αρχήν ότι ο καρπός της επανάστασης του 1789 είναι απέθαντος. Απλόχερα μοιράζει όλες τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του ανθρώπου που χαιρόμαστε. Όλες τις κακοτοπιές της ζωής του τις ξεπερνά, εύκολα ή δύσκολα. Κανένας νέος Δίας δεν θα βρεθεί να σκοτώσει τον πατέρα του. Ιδεολογικοί και πολιτικοί Τάλοι τον θωρακίζουν.

Για εσάς που δεν πείθεστε από την ιστορία σας λέμε όχι, δεν είναι νεκρό το σύστημα. Σήμερα το λέει όλο το κύρος της οικονομικής πνευματικής και πολιτιστικής ελίτ του πλανήτη. Οι κυβερνήσεις που εσείς ψηφίζετε, η παγκόσμια τράπεζα, οι εθνικές τράπεζες, οι γραφιάδες υποστηρικτές αυτής της επανάστασης και αυτοί που παίνεψαν και τραγούδησαν τις κατακτήσεις της.

Αλλά κι αν όσοι από εσάς πιστεύετε ότι είναι τόσο γερασμένος ο καπιταλισμός δεν κοιτάτε τον καθρέφτη. Το αίμα που νομίζατε ότι έπινε τόσα χρόνια για να ζήσει σαν βαμπίρ το πίνατε εσείς. Μαχαιριές του δίνατε για να πεθάνει μα σεις γίνατε γέροι. Μαζί τα τρώγατε τόσον καιρό, και συνυπεύθυνοι είστε.

Σκασμός λοιπόν!

(η σιωπή της παντόφλας…)

Σαν επίλογο θα διασκευάσω ένα σύνθημα που κυκλοφορεί … στους τοίχους. Χιλιάδες φορές πιο ανατριχιαστική από τον ήχο της αρβύλας είναι η σιωπή της παντόφλας. Και ο νοών νοείτω.

Link

Μια ιστορία.που δεν θα στην διδάξει το σημερινό σχολείο!

Επιστολή των εκπαιδευτικών του ΠΑΜΕ στους μαθητές για την 28η Οκτωβρίου

Αγαπητέ μαθητή–μαθήτρια

Η γιορτή της 28ης Οκτωβρίου δεν είναι παρέλαση, επέτειος και μνημόσυνο. Είναι η ιστορία του λαού μας γραμμένη με το αίμα του. Το κάλεσμά μας αυτό θέλουμε να είναι μια αφορμή να ψάξεις περισσότερο, να ρωτήσεις, να διαβάσεις, να μάθεις το πώς οι λαοί πάλεψαν για το δίκιο τους και πώς τσάκισαν το φασισμό.

Το «μάθημα αυτό» δεν θα το κάνει το επίσημο σημερινό σχολείο, τα βιβλία του! Ούτε θέλει, ούτε μπορεί! Στόχο έχει να γεμίσει με ψέματα και ανακρίβειες το μυαλό μας, να μας κοιμίσει μεγάλους και μικρούς, να κρύψει το κύριο και το πιο σημαντικό: Η ιστορική αλήθεια είναι μια και τη γράφουν οι λαοί. Ο λαός όταν πιστέψει στη δύναμή του μπορεί να νικήσει «θεούς και δαίμονες». Τα πρόσωπα, οι «ηγέτες» παίζουν ρόλο αλλά δεν φτιάχνουν την Ιστορία, όπως μας λένε στα βιβλία. Ο αγώνας ενάντια στο φασισμό έδειξε ότι δεν είμαστε πατριώτες όλοι επειδή είμαστε Έλληνες. Τότε κάποιοι λέγανε «καθίστε φρόνιμα», «είμαστε μικροί κι αυτοί μεγάλοι», κτλ.

Ο λαός δεν τους άκουσε κι έγραψε μια ιστορία που και σήμερα μπορεί να μας εμπνεύσει.

1. Μάθε λοιπόν, ψάξε και μόνος σου!

Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι δεν ήταν τρελοί, όπως μας λένε. Ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία με εκλογές. Τον στήριξαν οι βιομήχανοι. Ο Φασισμός γιγαντώθηκε με την ενίσχυση που απλόχερα του παρείχαν δεκάδες μεγάλοι μονοπωλιακοί όμιλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αγγλίας και της Γαλλίας (Ford, General Motors, IBM). Το ναζιστικό καθεστώς κυνήγησε πρώτα τους γερμανούς πρωτοπόρους αγωνιστές, τους κομμουνιστές. Έκανε τους Γερμανούς εργάτες σκλάβους για τα κέρδη των Γερμανών καπιταλιστών. Μεγάλοι βιομηχανικοί κολοσοί, όπως η ThyssenKrupp, γιγαντώθηκαν πάνω στο αίμα χιλιάδων εργατών που τους μετέφεραν τα τρένα των ναζιστών σαν σκλάβους απ’ όλη την Ευρώπη.

Δίπλα στη δίκη της Νυρεμβέργης (ηγέτες των ναζί που δικάστηκαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»), εξίσου σημαντική ήταν και η «δίκη των βιομηχάνων» που στήριξαν τους ναζί και σήμερα έχει «ξεχαστεί», γιατί δείχνει ποιος και τι γεννάει το φασισμό.

Η δικτατορία του Μεταξά (4η Αυγούστου του 1936) στηρίχθηκε από όλα τα κόμματα που του έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στη βουλή- εκτός του ΚΚΕ. Στηρίχθηκε από τους τους ντόπιους καπιταλιστές, και το βρετανικό ιμπεριαλισμό. Εξαθλίωσε το λαό, τσάκισε το εργατικό-λαϊκό κίνημα, άνοιξε τόπους εξορίας για τους αγωνιστές, ενίσχυσε τα κέρδη των καπιταλιστών.

Με ευθύνη του καθεστώτος Μεταξά ο στρατός βρέθηκε απροετοίμαστος, με τεράστιες ελλείψεις σε πολεμοφόδια, πολεμικά μέσα απαρχαιωμένα, χωρίς οχυρωματικά έργα, μπροστά στην εισβολή των κατακτητών. Ο λαός, οι απλοί φαντάροι, τίμιοι αξιωματικοί του στρατού – κόντρα στα σχέδια της Δικτατορίας και της Στρατιωτικής Ηγεσίας-, πολέμησαν με σθένος και ηρωισμό και κατάφεραν να πετάξουν τους Ιταλούς έξω απ’ τα ελληνικά εδάφη. Όταν τον Απρίλη του ’41 επιτέθηκε η ναζιστική Γερμανία, μέσα σε λίγες μέρες δόθηκε η εντολή για συνθηκολόγηση άνευ όρων, ενώ ακόμα πολεμούσαν. Έτσι η χώρα βρέθηκε κάτω από την τριπλή κατοχή των Γερμανών, Ιταλών και Βούλγαρων φασιστών. Το «όχι» του Μεταξά στους Ιταλούς είχε να κάνει με τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης που τότε συνδεόταν με τη Βρετανία. Δεν είχε σχέση με το πραγματικό, ενθουσιώδες «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού.

Ο λαός ενωμένος και οργανωμένος είναι ακατανίκητος!

Ο λαός μας το 1940-1945 είπε το μεγάλο ΟΧΙ, οργανώθηκε και έδιωξε Ιταλούς και Γερμανούς φασίστες.

Οργανώθηκε με ψυχή και πρωτεργάτη τους κομμουνιστές μέσα από το ΕΑΜ, τον ένοπλο ΕΛΑΣ και την ΕΠΟΝ. Απελευθέρωσε τη μισή Ελλάδα πολύ πριν φύγουν οι Γερμανοί, λειτούργησε σχολεία, με θέατρα και πολιτισμό στις ελεύθερες περιοχές. Οργάνωσε ακόμα και μέσα σε αυτές τις συνθήκες ελεύθερες εκλογές που ψήφισαν για πρώτη φορά οι νέοι από 18 χρονών και οι γυναίκες. Με το τουφέκι τους στον ώμο, οργάνωναν την κοινωνία των αναγκών και των ονείρων τους, τη «λαοκρατία», όπως τη λέγανε. Αυτή που θα κατοχυρώνει το δικαίωμα στη δουλειά, στη μόρφωση, στον ελεύθερο χρόνο και θα απαγορεύει την ανεργία, την πείνα, τα ναρκωτικά. Μια κοινωνία που μαζί με τον ξένο κατακτητή θα έδιωχνε και τον ντόπιο εκμεταλλευτή.

Το ΕΑΜ (1943) εμπόδισε και τελικά κατάφερε να μην φύγει ούτε ένας Έλληνας για να πάει εργάτης στα εργοστάσια των ναζί. Το ΕΑΜ έσωσε το λαό από την πείνα, οργάνωσε τη «μάχη της σοδειάς». Και τότε και σήμερα αυτό που πραγματικά φοβούνται όλοι αυτοί που κατέχουν τον πλούτο είναι ο οργανωμένος λαός που διεκδικεί να κάνει κουμάντο στον τόπο του και στον πλούτο που παράγει.

2. Τι έκανε η αστική τάξη της Ελλάδας τότε; Ένα κομμάτι της συνεργάστηκε με τον κατακτητή, έλεγαν «δε γίνεται τίποτα, ο εχθρός είναι παντοδύναμος», λούφαξαν περιμένοντας να έρθουν πάλι στα πράγματα. Και σήμερα υπάρχουν πολλοί είναι αυτοί που σου λένε «κάτσε φρόνιμα». Είναι η ίδια φάρα και τότε και σήμερα. Είναι οι επιχειρηματίες, βιομήχανοι, τραπεζίτες, τα κόμματά τους. Είναι αυτοί που τότε έπαιρναν το χρυσάφι της χώρας και έφευγαν για το Κάιρο και όταν έφυγαν οι Γερμανοί κυνηγημένοι από το λαό, δεν δίστασαν να τον ματώσουν όπως και οι Γερμανοί κατακτητές.

3. Στα σχολικά βιβλία δεν θα σου πουν για το ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης στη συντριβή του ναζισμού-φασισμού. Περισσότερα από 20 εκατομμύρια, έφτασαν οι ανθρώπινες απώλειες της Σοβιετικής Ένωσης. Δεν θα σου πουν ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία άνοιξαν το δεύτερο μέτωπο στην Ευρώπη το 1944 για να προλάβουν την απελευθερωτική πορεία του Κόκκινου Στρατού.

Δεν θα σου πουν ότι την 1η Μάη του 1945 η σημαία της ΕΣΣΔ κυμάτισε στο Βερολίνο. Αυτή η σημαία έσερνε μαζί της το τίμημα 20 εκατομμυρίων νεκρών σοβιετικών πολιτών.

4. Οι σημερινοί φασίστες-δολοφόνοι της Χρυσής Αυγής, οι νοσταλγοί του Χίτλερ είναι οι φυσικοί και πολιτικοί απόγονοι των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί, που μαζί αιματοκύλισαν τον ελληνικό λαό που αντιστεκόταν! Υπηρέτησαν το ναζιστικό τέρας με πλήρη συνείδηση, για τα πλούτη ή την εξουσία. Ήταν οι ταγματασφαλίτες, οι γερμανοτσολιάδες, οι χίτες που ορκίζονταν πίστη στον Χίτλερ. Συμμετείχαν με ζήλο σε όλες τις θηριωδίες κατά του άμαχου λαού, σε μαζικές σφαγές, σε βιασμούς και στο πλιάτσικο. Ήταν οι χαφιέδες στις γειτονιές, φορούσαν κουκούλες και κατέδιδαν τους αγωνιστές. Αυτά είναι τα πρότυπα του Χρυσαυγίτη!

«Τότε χίτες τώρα Χρυσαυγίτες»! Είναι με τη μεριά των εκμεταλλευτών και των καταπιεστών για αυτό και έχουν εγκληματική δράση. Χτυπάνε και δολοφονούν Έλληνες και ξένους εργαζομένους, νέους και νέες για να τρομοκρατήσουν. Είναι τα τσιράκια των εφοπλιστών! Δεν έχουν καμία δουλειά μέσα στα σχολεία και τις γειτονιές μας!

5. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα σχολικά βιβλία σου μιλάνε για ολοκληρωτισμό ταυτίζοντας τους κομμουνιστές, τους αγωνιστές με τους φασίστες. Αναρωτήσου: ποιος τα λέει όλα αυτά; Η Ευρωπαϊκή Ένωση της ανεργίας, της φτώχειας, των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων.

Γύρισε την πλάτη σου στο δηλητήριό τους. Στόχο έχουν το μέλλον και το δίκιο μας! Θέλουν να σε πείσουν ότι είναι ακρότητα να παλεύεις για μια κοινωνία χωρίς φτώχεια και εκμετάλευση. Δίνουν χιλιάδες ευρώ για να προπαγανδίζουν αυτή τη θεωρία οι ίδιοι που σου κλέβουν το μέλλον, που απολύουν τους γονείς σου, που σε βυθίζουν στη φτώχεια.

Σήμερα το σύγχρονο περιεχόμενο της πάλης του ΕΑΜ είναι ο ανυποχώρητος αγώνας για το δίκιο μας. Για να έχει η νέα γενιά μόρφωση, δουλειά, δημιουργικό και ελεύθερο χρόνο, ασφάλεια. Το 2013 όλα αυτά μπορούν να γίνουν. Αν ο λαός-όπως και τότε- αποφασίσει να οργανωθεί και να παλέψει. Να στραφεί ενάντια σ’ αυτούς που κλέβουν τον ιδρώτα και τον πλούτο μας. Τους καπιταλιστές.

6. Εμείς σου βάζουμε μερικά ερωτήματα που διευκολύνουν το ψάξιμο της αλήθειας. Η ιστορία όμως κι η αλήθεια της είναι και δική σου υπόθεση. Μια φωτογραφία ενός αντάρτη, ένας αγωνιστής που ζει ακόμα στη γειτονιά, ένας τόπος θυσίας, μνημεία της αντίστασης του λαού μας, τότε και τώρα. Όλα αυτά κάν’τα αφορμή και ψάξε, ανίχνευσε την ιστορία, είναι η δική σου κληρονομιά και τη χρειάζεσαι για το μέλλον σου. Δεν είσαι μικρός γι’ αυτό, όπως σου λένε.

Ετοιμάσου από τώρα με οργάνωση, γνώση και πάλη.

Η ιστορία της γενιάς σου θα γραφτεί πάλι με αγώνες!

23 Οκτώβρη 2013

pame_edu

Τι θα έλεγε ο Κώστας αν…;

Π. Παπακωνσταντίνου:

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Και βέβαια, το ερώτημα είναι άνευ νοήματος, ωστόσο επιμένει να επανέρχεται κατά καιρούς- υποθέτω, όχι μόνο στη δική μου φαντασία. Ιδίως εκείνες τις νυχτερινές ώρες, όπου ο ύπνος της λογικής γεννάει παράξενα πράγματα- όχι κατ’ ανάγκην τέρατα, όπως το θέλει ο γνωστός αφορισμός, αλλά και έμβρυα καινούργιων, δημιουργικών ιδεών και προσπαθειών. Σ’αυτή την ακαθόριστη ζώνη, όπου συναντιούνται εκείνο που ζήσαμε μ’ εκείνο που θα μπορούσαμε να έχουμε ζήσει, οι ενοχές με τους πόθους, ξαναβρίσκουμε ανθρώπους και πράγματα που μας έχουν λείψει, για να συνεχίσουμε με τον Κώστα Τζιαντζή συζητήσεις, πειράγματα, καβγάδες, εξομολογήσεις και προ παντός σχέδια, τα μεγάλα σχέδια που δεν έπαυε ποτέ να γεννάει το ανήσυχο μυαλό του.

«Πέρασαν γρήγορα τα χρόνια, κύλησε ο καιρός αργά» από τότε που ο Κώστας μας άφησε. Η κοινωνική καταστροφή πήρε τρομερές διαστάσεις, η λαϊκή αντίσταση έριξε δύο κυβερνήσεις, ο Συνασπισμός βρέθηκε κστα πρόθυρα της κυβέρνησης- και έτη φωτός μακριά από την εξουσία- το ΚΚΕ άλλαξε ηγεσία για να μείνει το ίδιο, η Χρυσή Αυγή φούσκωσε εφιαλτικά. Κι ωστόσο, βρισκόμαστε ακόμη στον ίδιο κύκλο, με ποσοτικές κυρίως αλλαγές, που δεν καταλύουν λυτρωτικά αυτή την παραλυτική ισορροπία ανάμεσα στην ελπίδα της ανατροπής και το φόβο της συντριβής.

Δεν είμαι βέβαιος τί απαντήσεις θα έδινε ο Κώστας Τζιαντζής σε αυτές τις προκλήσεις. Υποψιάζομαι, όμως, ότι η γενική του οπτική δεν θα είχε αλλάξει και πολύ από μια θυελλώδη συζήτηση, την πρώτη περίοδο του Μνημονιακού εφιάλτη, όταν κάποιοι από εμάς τόνιζαν την αίσθηση του επείγοντος, υποστηρίζοντας ότι αν η νέα κατάσταση πραγμάτων εδραιωθεί στους εργασιακούς χώρους και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο μέσα σε ένα χρόνο, θα οδηγούμασταν σε ένα όχι απλώς στρατηγικό, αλλά ιστορικό πισωγύρισμα. Χωρίς να αρνείται τη σημασία της άμεσης, λαϊκής απάντησης, ο Κώστας συνιστούσε μεγαλύτερη ψυχραιμία, λέγοντας ότι δεν θα παιχτούν όλα σε μια ζαριά κι ότι πρέπει να ετοιμαζόμαστε για έναν μακρύ «πόλεμο», με ορίζοντα δεκαετίας. Εκ των υστέρων, τείνω να πιστέψω ότι μάλλον είχε δίκιο, αν και, ως συνήθως, υπερέβαλε στο δίκιο του.

Η επικαιρότητα, η άμεση πολιτική απάντηση στη συγκυρία, τα τρέχοντα κινηματικά καθήκοντα που μας τραβάνε από το μανίκι, όλα αυτά για τον Κώστα αποκτούσαν νόημα μόνο στο βαθμό που συνδέονταν με το κεντρικό, στη δική του αντίληψη, ιστορικό καθήκον: μια προγραμματική ανασυγκρότηση μεγάλου εύρους, ικανή να στηρίξει την αναγκαία επαναθεμελίωση του κομμουνισμού- όχι της αφηρημένης «Ιδέας» του Μπαντιού ή άλλων μεταμαρξιστών, αλλά του ζωντανού κινήματος, που αλλάζει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων.

Τους βασικούς κρίκους αυτής της ανασυγκρότησης, ο Κώστας είχε εντοπίσει ήδη από τη δεκαετία του ’90, την πιο παραγωγική, κατά τη γνώμη μου, περίοδο της διαδρομής του. Οι πρώτες αποτυχίες του ΝΑΡ και των μετωπικών του σχημάτων τον οδήγησαν σε μια θεμελιακή επιλογή: ότι αυτό που χρειάζεται η εργατική τάξη δεν είναι απλώς ένα «καλύτερο» ΚΚΕ, η ανάκτηση ενός μυθικού και μυθοποιημένου παρελθόντος, αλλά η ριζοσπαστική υπέρβασή του, κάτι που απαιτεί- όπως το λέει κι η λέξη- κατάδυση στις ρίζες των προβλημάτων. Μια αλήθεια που είναι και σήμερα, πιστεύω, ζωτικής σημασίας για τους αγωνιστές μεγάλων σχηματισμών της Αριστεράς που αναζητούν καινούργιους δρόμους, επαναλαμβάνοντας ωστόσο αρκετά συχνά τα λάθη και τις ανωριμότητες της δικής μας, παιδικής ηλικίας.

Αν μου επιτρεπόταν να συνοψίσω, με τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό, τα θεμελιώδη στοιχεία που μας κληροδότησε ο Κώστας (και στα οποία, βέβαια, πολλοί άλλοι σύντροφοι είχαν ουσιώδη συμβολή), θα αξιολογούσα τα εξής:

  1. Την ανάγκη πλήρους αυτοτέλειας του εργατικού κινήματος και της κομμουνιστικής πρωτοπορίας του από την αστική πολιτική, ανεξάρτητα από τις όποιες συμμαχίες, ελιγμούς και υποχωρήσεις που επιβάλλει η συγκυρία.
  2. Τη μαρξιστική ανάλυση της νέας εποχής στον παγκόσμιο και ελληνικό καπιταλισμό, την οποία συμπύκνωσε στον όρο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός».
  3. Την υπέρβαση της κληροδοτημένης αντίληψης που θέλει την εργατική τάξη να κάνει στενά οικονομικό αγώνα και να αναθέτει την πολιτική στο κόμμα, με την ανάδειξη του κρίσιμου ρόλου που έχει το σχετκά μαζικό μέτωπο των πιο πρωτοπόρων, έστω και μισοσυνειδητών, αντικαπιταλιστικών πρωτοποριών της.
  4. Την «αντίστροφη ιεράρχηση» στη σχέση στρατηγικής και τακτικής, υπερβαίνοντας την παραδοσιακή αρρώστεια που θέλει τον κομμουνισμό «εικόνισμα» και υποβιβάζει την πολιτική σε τακτικισμό.
  5. Την έμφαση στις αλλαγές που υφίσταται η σύγχρονη εργατική τάξη, ιδιαίτερα με τη συνάντηση της χειρωνακτικής και της πνευματικής εργασίας στον καπιταλισμό της «γενικής διάνοιας».
  6. Την επεξεργασία μιας πολιτικά μάχιμης γραμμής, στη λογική της Δημοκρατικής Αντικαπιταλιστικής Ανατροπής, με την προώθηση μεταβατικών στόχων και μορφών μαζικού, λαϊκού εκβιασμού, όταν το κίνημα δεν είναι ακόμη ώριμο να θέσει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, νομίζω ότι ο Κώστας θα ένοιωθε ικανοποίηση αν μπορούσε να δει τα βήματα που έχουν γίνει από τον πολιτικό χώρο που ενέπνευσε στο να αντιμετωπίσει με πιο σοβαρό και πιο ενιαίο τρόπο τα θεμελιώδη προβλήματα της νέας, κομμουνιστικής φυσιογνωμίας. Πάντα, βέβαια, με την αγωνία ότι βαδίζουμε με βραδύτερους ρυθμούς από εκείνους που επιβάλλουν οι σκληρότατες συνθήκες της εποχής μας. Κι ίσως, ακόμη, ότι δεν προσέχουμε όσο θα έπρεπε αυτό που για τον Κώστα ήταν το άλφα και το ωμέγα της επαναστατικής του δράσης: ότι, πέρα και πάνω από τα προγράμματα, τις θέσεις και τις αντιπαραθέσεις, στέκονται οι άνθρωποι που θα τα υλοποιήσουν. Κι ότι τίποτα δεν είναι πιο καταστροφικό από την υποτίμηση των ανθρώπων, υπό την επήρρεια του ελιτισμού, του εγωισμού και του φθόνου- «των τελευταίων οχυρών της ατομικής ιδιοκτησίας στις συνειδήσεις των επαναστατών», όπως τόνιζε πάντα, λόγω και έργω, αυτή η ευγενική, επαναστατική διάνοια.

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Ποιος είπε το «Όχι»; Ο Μεταξάς;.

Τι χρειάζεται αυτός ο τόπος; Αυτός ο τόπος «χρειάζεται Μεταξάδες» έλεγε από βήματος Βουλήςο χρυσαυγίτης υποφυρερίσκος, ο βουλευτής Παππάς. Όσο για τους Γεωργιάδη – Βορίδη ήταν βουλευτές του ΛΑΟΣ όταν ο τότε αρχηγός τους, ο Καρατζαφέρης, επισκεπτόταν ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου 2011 το σπίτι του Μεταξά σε ένδειξη… «σεβασμού και μνήμης». Η δε «Καθημερινή» δεν έλειψε ποτέ από τα εκδοτικά εκείνα συγκροτήματα που επιδαψιλεύουν δάφνες στον «πατριώτη» Μεταξά που «είπε το Όχι». Μάλιστα η «Καθημερινή» το έχει πάει και παραπέρα. Ειδικά σε εκείνο το αφιέρωμά της για τον φασίστα Μεταξά, στις 4/8/2007 (ανήμερα, δηλαδή, της κήρυξης της δικτατορίας της «4ης Αυγούστου») όταν και ισχυριζόταν ότι η διακυβέρνηση Μεταξά, εκτός από πατριωτική» που ήταν, πορεύτηκε και με «χαρακτηριστικά φιλολαϊκού» καθεστώτος…

Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι ο Μεταξάς είπε «Όχι» το 1940; Το δικό του «Όχι» γιορτάζουμε τη Δευτέρα; Η’ μήπως ισχύει εκείνο που έλεγε για τον Μεταξά ο κεντρώος πολιτικός, ο Καφαντάρης, ότι δηλαδή: «Είπε το ΟΧΙ, ο μόνος Έλληνας που θα μπορούσε να πει το ΝΑΙ»; (1).

Όπως θα δούμε, το «Όχι» του Μεταξά δεν ήταν «Όχι» κατά του φασιστικού Άξονα. Δεν είχε φυσικά καμία σχέση με το «Όχι» του ελληνικού λαού. Το «όχι» του Μεταξά ήταν ένα τόσο δα … μικρούλι και ξέπνοο «όχι».

Το λέμε εξαρχής και θα το εξηγήσουμε:

Σε εκείνες τις ιστορικές συνθήκες το «όχι» του Μεταξά ήταν το «Ναι» του φασιστικού καθεστώτος της μεταξικής δικτατορίας υπέρ της Αγγλίας και όχι υπέρ των ελευθεριών του ελληνικού λαού. Και τούτο για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι το ελληνικό κράτος, οι προύχοντες, οι κοτζαμπάσηδες του ελληνικού κράτους (και όχι φυσικά ο πένητας ελληνικός λαός) είχαν άρρηκτους δεσμούς διαπλοκής με το βρετανικό κεφάλαιο. Δεύτερον, διότι σε κρίσιμες στιγμές (όπως ένας Παγκόσμιος Πόλεμος) οι επιλογές στρατοπέδου από τους «Μεταξάδες» δεν γίνονται με βάση την ιδεολογία τους. Οι «Μεταξάδες» επιλέγουν συμμάχους σύμφωνα με τα ταξικά συμφέροντα που αυτοί εκπροσωπούν. Και τα ταξικά συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο Μεταξάς και το καθεστώς του, ήταν απολύτως εξαρτημένα και διασυνδεδεμένα με την Αγγλία. Γεγονός που δεν θα μπορούσε να παραβλέψει ο – και κατά τα άλλα – πολύ καλός φίλος του Γκαίμπελς, ο Μεταξάς.

Αυτός ήταν ο «πατριώτης» που είπε το «Όχι» κατά του ναζισμού και του φασισμού;…

Για να αντιληφθεί κανείς τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που παίζονταν στην Ελλάδα και το μέγεθος της οικονομικής επιρροής της Αγγλίας στη χώρα είναι ενδεικτικό το εξής στοιχείο:

Το εξωτερικό χρέος της χώρας το 1932 έφτανε τα 1,022 δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, ενώ το εσωτερικό χρέος ήταν 144 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Βασικοί δανειστές της χώρας και κάτοχοι των ελληνικών χρεογράφων ήταν ο οίκος «Hambro» του Λονδίνου, το συγκρότημα «Speyer and Co» της Ν. Υόρκης και η Εθνική Τράπεζα Αθηνών. Το 67,42% του εξωτερικού χρέους ήταν αγγλικά κεφάλαια, το 9,88% ήταν κεφάλαια των ΗΠΑ, το 7,52% ήταν γαλλικά κεφάλαια, το 5,40% σουηδικά, το 3,44% βελγικά. Μόλις το 1,7% ήταν γερμανικά και μόλις το 1,65% ήταν ιταλικά (2).

Επομένως, ήταν τέτοια η πρόσδεση της Ελλάδας στην Αγγλία, που το μεταξικό καθεστώς δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί να σταθεί απέναντί της. Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που οι ίδιοι οι Άγγλοι αποτιμούσαν το (φασιστικό) καθεστώς Μεταξά, το οποίο με την εγκαθίδρυσή του όχι μόνο δεν περιόρισε, αλλά αντίθετα ενίσχυσε τις σχέσεις της χώρας με την Αγγλία. Ο υφυπουργός της Αγγλίας, Ρ. Βάνσιταρτ, έγραφε σε υπόμνημά του το Μάη του 1937 για τις ελληνοβρετανικές σχέσεις: «Βρήκαμε ότι το καθεστώς Μεταξά είναι πολύ πιο συνεννοήσιμο από πολλά από τα προϋπάρχοντα καθεστώτα» (3).

Όσο για τον Μεταξά, τον Μάη του 1940, λίγους μήνες πριν την κήρυξη του πολέμου, έλεγε στην «Ντέιλι Τέλεγκραφ»:«Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτα δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης» (4)

Την ίδια εποχή, στις 6/5/1940, παραμονές του πολέμου, επαναλάμβανε: «Είναι φυσικό, κράτη παραθαλάσσια σαν εμάς να είμεθα φιλικά με τους Άγγλους και κράτη μεσόγεια σαν τη Βουλγαρία, με τους Γερμανούς. Η διαφορά των πολιτευμάτων δεν παίζει ρόλο (…). Και η Ιταλία στο βάθος, τη φιλία προς την Αγγλία ζητά. Μόνο που αυτή ακολουθεί το δρόμο του μεγάλου, ενώ εμείς είμαστε μικροί» (5)

Αλλά ακόμα και πριν από την κήρυξη της δικτατορίας του, ο Μεταξάς ήταν σαφής: «Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτική να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον θα ευρίσκετο η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο να το θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι» (6)

Το «Όχι» λοιπόν του Μεταξά δεν είχε τίποτα το «πατριωτικό». Ήταν… «συμφεροντολογικό». Και μάλιστα υπό την πιο ιταμή εκδοχή του «συμφέροντος». Δηλαδή του συμφέροντος ενός ταξικού καθεστώτος που, παρά τη διαφορά των πολιτευμάτων, συνέχιζε αδιατάρακτα την πρόσδεση της Ελλάδας υπό το «αγγλικό δόγμα» και αντιμετώπιζε τη χώρα ως «ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης».

Ο Μεταξάς περιχαρής στο πλευρό του υπουργού προπαγάνδας του Χίτλερ, του Γκαίμπελς, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στην Αθήνα, στις 21/9/1936…

Αυτή ήταν η σχέση του Μεταξά με τον «πατριωτισμό».

Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για ένα καθεστώς που δολοφονούσε εργάτες, όπως δολοφόνησε ο Μεταξάς τους καπνεργάτες το ’36. Για ένα καθεστώς που διέπραξε το αδιανόητο: Παρέδωσε στην Γκεστάπο (και μάλιστα μετά από το ιστορικό γράμμα του Ζαχαριάδη) τους πραγματικούς πατριώτες, τους Έλληνες δημοκράτες και κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους, που ζητούσαν να πολεμήσουν τον εισβολέα. Που διέδιδε τα «φώτα του ελληνικού πολιτισμού» μέσω των πρακτικών του Έλληνα «Μέγκελε», του αρχιδολοφόνου (και κατοπινού βουλευτή της ΕΡΕ) Μανιαδάκη, δεξί χέρι του Μεταξά, που πολλές από τις μεθόδους του στα μπουντρούμια της Ασφάλειας εφαρμόστηκαν στα χιτλερικά στρατόπεδα και στα μπουντρούμια των δικτατοριών της Λατινικής Αμερικής. Δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό ένα καθεστώς, μέσω του οποίου, όπως ο ίδιος ο Μεταξάς έλεγε: «Η Ελλάδα έγινε ένα Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος αντικοινοβουλευτικό, Κράτος ολοκληρωτικό…». Ένα καθεστώς που μετά τη στάση πληρωμών του 1932, κι ενώ η Ελλάδα πλήρωνε μετά από συμφωνίες με τους δανειστές το 30% των τόκων που χρωστούσε, εκείνο – το καθεστώς Μεταξά – εξασφάλισε σε τοκογλύφους και κερδοσκόπους αποπληρωμές που έφτασαν μέχρι και το 43%. Δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τον πατριωτισμό ένα καθεστώς που περιγράφεται ως εξής:

«Τα βασανιστήρια που εφάρμοσαν οι χαφιέδες της δικτατορίας (σ.σ.: του Μεταξά) εναντίον των αντιπάλων του καθεστώτος, των κομμουνιστών, σοσιαλιστών, δημοκρατικών, εναντίον των πρωτοπόρων εργατών, φοιτητών, αγροτών και διανοουμένων είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν. Το ρετσινόλαδο και ο πάγος ήταν από τις κυριότερες μεθόδους βασανισμού για την απόσπαση "ομολογιών" και "δηλώσεως μετανοίας". Το βασανιστήριο του ρετσινόλαδου εφαρμοζόταν περίπου με τον παρακάτω τρόπο: Στο τραπέζι του ανακριτή – βασανιστή υπήρχαν τρία ποτήρια, το ένα με 30 δράμια, το άλλο με 75 και το τρίτο με 100 δράμια ρετσινόλαδο. Αν ο ανακρινόμενος δεν ομολογούσε ή δεν υπέγραφε του έδιναν να πιει το πρώτο ποτήρι. Στην περίπτωση που αρνιόταν και έφερνε αντίσταση άρχιζαν το άγριο ξυλοκόπημα, τη φάλαγγα ή χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους βασανισμού. Ύστερα από μισή ώρα, εφόσον ο αρχιβασανιστής – ανακριτής το έκρινε σκόπιμο, ακολουθούσε το δεύτερο στάδιο ανάκρισης και ο κρατούμενος έπινε το δεύτερο ποτήρι των 75 δραμιών. Αν η αντίσταση του κρατουμένου ήταν μεγάλη, ύστερα από ένα τετράωρο γινόταν και η τρίτη "ανάκρισις" και τον υποχρέωναν να πιει ένα ποτήρι των 100 δραμιών. Σ’ αυτό το διάστημα και αρκετές ώρες ύστερα από την επενέργεια του καθαρτικού, ο κρατούμενος ήταν κλεισμένος στο κελί του και δεν του επέτρεπαν να πάει στο αποχωρητήριο αποτέλεσμα ήταν ότι ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος και το κελί, στο οποίο τον άφηναν κλεισμένο τέσσερις, πέντε και περισσότερες μέρες, αληθινός υπόνομος. Το δεύτερο βασανιστήριο ήταν η στήλη πάγου. Ανέβαζαν τον κρατούμενο στην ταράτσα της Ασφάλειας και τον υποχρέωναν να καθίσει γυμνός πάνω σε μια στήλη πάγου. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με του ρετσινόλαδου. Ο κρατούμενος γινόταν αληθινό ράκος. Πολλές φορές οι βασανιστές τον υποχρέωναν να κάθεται τόση πολλή ώρα πάνω στον πάγο, ώστε ορισμένοι κρατούμενοι πάθαιναν κρυοπαγήματα (…). Άλλο βασανιστήριο ήταν το τράβηγμα των νυχιών με τσιμπίδες. Σε άλλους έβαζαν σπίρτα στα νύχια και τα άναβαν ή τους έκαιγαν το κορμί με τσιγάρο. Άλλους τους χτυπούσαν με σακουλάκια άμμο στα πόδια. Το ξύλο και τα βασανιστήρια γίνονταν συνήθως στην ταράτσα της Γενικής ή Ειδικής Ασφάλειας για να μην ακούγονται οι φωνές του κρατουμένου (…). Οι βασανιστές του Κ. Μανιαδάκη χρησιμοποιούσαν και πολλά άλλα μέσα για να αποσπάσουν "ομολογίες" ή "δηλώσεις" και να υποτάξουν τους δημοκράτες στο φασιστικό καθεστώς. Μια μεσαιωνική μέθοδος βασανισμού που χρησιμοποιούσαν ήταν το σιδερένιο στεφάνι. Το περνούσαν στο κεφάλι του κρατουμένου και το έσφιγγαν σιγά σιγά όσο προχωρούσε η ανάκριση. Άλλο μέσο ήταν η περίφημη "πιπεριά" που προκαλούσε φοβερό άγχος στον κρατούμενο και η "γάτα" που καταξέσκιζε τις σάρκες. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος ήταν η "φάλαγγα". Αφού επί ώρες έδερναν οι βασανιστές τον κρατούμενο στα πέλματα με δεμένα πόδια σ’ ένα κρεβάτι ή μια καρέκλα, ύστερα τον υποχρέωναν να τρέχει ξυπόλυτος στην ταράτσα της Ασφάλειας. Η ίδια ομάδα βασανιστών στην Ασφάλεια χρησιμοποιούσε και μια ακόμα βάρβαρη μέθοδο: Αφού έκανε ράκος τον κρατούμενο από το ξύλο, τον περιέλουζε κατόπιν με κουβάδες βρώμικο νερό (…). Υπολογίζεται ότι εκτός από τους δεκάδες αγωνιστές που πέθαναν από τις κακουχίες στις φυλακές και τις εξορίες και τις εκατοντάδες που παραδόθηκαν από το ξενοκίνητο καθεστώς της 4ης Αυγούστου στους Γερμανοϊταλούς κατακτητές και εκτελέστηκαν, 12 τουλάχιστον δολοφονήθηκαν στην περίοδο της 4ης Αυγούστου κατά τον ίδιο τρόπο στα διάφορα φασιστικά κάτεργα. Γενική αρχή του καθεστώτος ήταν "σακατεύετε, αλλά μη σκοτώνετε". Οι αφηνιασμένοι βασανιστές δεν μπορούσαν πάντα να συγκρατήσουν το "ζήλο" τους σε ορισμένα όρια. Έπειτα, πολλές δολοφονίες έγιναν προμελετημένα, γιατί το καθεστώς ήθελε να "ξεπαστρέψει" και μερικούς για να φοβηθούν και να "σπάζουν" ευκολότερα οι άλλοι. Σε πολλές δεκάδες φτάνουν οι πολίτες που τρελάθηκαν, έγιναν φυματικοί ή ανάπηροι ή υπέφεραν για πολλά χρόνια ύστερα από τα βασανιστήρια (…)» (7).

Από τις τάξεις αυτού, του φασιστικού και δολοφονικού μεταξικού καθεστώτος, από τις τάξεις εκείνων που διόρισαν πρωθυπουργό τον Μεταξά το 1936, τους απόντες από το μεγαλειώδες «Όχι» του ελληνικού λαού στα βουνά, στις πόλεις και στα χωριά, βγήκαν οι δοσίλογοι, οι γερμανοτσολιάδες και οι ταγματασφαλίτες. Αυτοί που όταν ο ελληνικός λαός πολεμούσε και απελευθέρωνε τη χώρα από τους κατακτητές, εκείνοι έδιναν τον παρακάτω όρκο:

«Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως ΕΙΣ ΤΑΣ ΔΙΑΤΑΓΑΣ ΤΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΗΓΟΥ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ. Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθεισομένας μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς, ότι διά μίαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεών μου, τας οποίας διά του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή ΠΑΡΑ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ».

(Ο Όρκος των Ταγμάτων Ασφαλείας)…

«Με αρχηγούς Σαμαρινιώτη, τον Σαράφη και τον Άρη, ξεψυχάει ο αγκυλωτός του φασισμού…»

Αντίθετα, οι πραγματικοί πατριώτες, αυτοί που μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού έδωσαν τον αγώνα για το ψωμί, την τιμή και τη λευτεριά του λαού, ήταν οι άλλοι. Και οι όρκοι τους ήταν αυτοί:

«Εγώ, παιδί του Ελληνικού Λαού, ορκίζομαι ν’ αγωνιστώ πιστά στις τάξεις του ΕΛΑΣ για το διώξιμο του εχθρού από τον τόπο μας, για τις ελευθερίες του Λαού μας, κι ακόμα, να είμαι πιστός και άγρυπνος φρουρός προστασίας στην περιουσία και το βιός του αγρότη. Δέχομαι προκαταβολικά και την ποινή του θανάτου αν ατιμάσω την ιδιότητά μου ως πολεμιστής του Έθνους και του λαού και υπόσχομαι να δοξάσω και να τιμήσω το όπλο που κρατώ και να μην το παραδώσω εάν δεν ξεσκλαβωθεί η Πατρίδα μου και δεν γίνει ο Λαός νοικοκύρης στον τόπο του».

(Ο Όρκος της πρώτης αντάρτικης ομάδας του ΕΛΑΣ στη Ρούμελη που έγραψε ο Άρης Βελουχιώτης και δόθηκε το 1942 στη Γραμμένη Οξιά).

«Ορκίζομαι στον Ελληνικό Λαό και τη συνείδησή μου, ότι θ’ αγωνισθώ έως την τελευταία σταγόνα του αίματός μου για την πλήρη απελευθέρωση της Ελλάδας από τον ξένο ζυγό. Ότι θα αγωνιστώ για την περιφρούρηση των συμφερόντων του Ελληνικού Λαού και την αποκατάσταση και κατοχύρωση των ελευθεριών και όλων των κυριαρχικών δικαιωμάτων του. Για τον σκοπό αυτό θα εκτελώ ευσυνείδητα και πειθαρχικά τις εντολές και οδηγίες των ανωτέρων μου οργάνων και θ’ αποφεύγω κάθε πράξη που θα με ατιμάζη σαν άτομο και σαν αγωνιστή του Εργαζόμενου Ελληνικού Λαού».

(Ο Όρκος του Ελασσίτη, όπως δημοσιεύτηκε στον «Απελευθερωτή», όργανο της ΚΕ του ΕΛΑΣ, Αθήνα 27 Απριλίου 1943)

Αυτοί ήταν οι πατριώτες που είπαν το «Όχι» στην Κατοχή. Αυτοί, οι κυνηγημένοι από το καθεστώς Μεταξά πριν τον πόλεμο, οι κυνηγημένοι ΕΑΜίτες από το μετά Βάρκιζα και από το μετεμφυλιακό καθεστώς. Αυτοί ήταν που όταν χρειάστηκε έδειξαν το πώς οι πατριώτες αγαπούν την Ελλάδα. Όπως ακριβώς το είχε πει ο Μπελογιάννης στους στρατοδίκες του:

«Με την καρδιά τους και με το αίμα τους».

****

(1) Φοίβου Γρηγοριάδη: «Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1909 – 1940», εκδόσεις Κ. Καπόπουλος, τόμος 4ος, σελ. 344

(2) «Ιστορία Ελληνικού Εθνους», «Εκδοτική Αθηνών» τόμος ΙΕ, σελ. 335-338

(3) Γ. Ανδρικόπουλου: «Οι ρίζες του ελληνικού φασισμού», εκδόσεις «ΔΙΟΓΕΝΗΣ», σελ 25

(4) «Τα Μυστικά Αρχεία του Φόρεϊν Οφφις», ΒΙΠΕΡ, εκδόσεις «ΠΑΠΥΡΟΣ», σελ. 76

(5) Ιωάννου Μεταξά: «Ημερολόγιο», εκδόσεις «Γκοβόστης», τόμος Δ’, σελ. 467

(6) Ιωάννου Μεταξά: «Ημερολόγιο», τόμος Δ’, σελ. 77.

(7) Σπύρου Λιναρδάτου, «Η 4η Αυγούστου», εκδόσεις «Θεμέλιο»

email: mpog

Τελευταία δημοσίευση: 25/10/2013 21:29

Ο Νίκος Μπογιόπουλος στον eniko

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 2013 μ.χ.

Έτσι τα έφερε η ζωή που η μονταζιέρα που επεξεργάστηκε τους στίχους του Καβάφη μας θύμισε ένα ποίημα πολύ χαρακτηριστικό σε σχέση με την σημερινή πολιτική πραγματικότητα της χώρας.

Ποτέ στην Ελλάδα δεν κατακτήθηκε η ανεξαρτησία από τους ξένους παράγοντες. Αλλά από το 2010 ιδρύθηκε επίσημα εν Καστελόριζο η σύγχρονη αποικία του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και των κέντρων του.
Τα πράγματα όμως δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία για τους τοπάρχες εκπροσώπους της τρόικας. Οι επικοινωνιακές εκστρατείες δεν μπορούν να κρύψουν τα αδιέξοδα της αποικιακής διαχείρισης. Ο Βενιζέλος επιτίθεται στον Αβραμόπουλο, η μια πτέρυγα της Ν.Δ. υποσκάπτει την άλλη και όλοι μαζί τον Στουρνάρα που ο Ψυχάρης θεωρεί ότι δικαίως κατονομάζεται ως «τέταρτο μέλος της τρόικας».
Την ίδια στιγμή οι αναμορφωτές από τις δύο μεριές του Ατλαντικού ανταγωνίζονται πάνω από την αποικία για ριζικές μεταρρυθμίσεις και νέα μέτρα. Και οι υποτακτικοί τους προειδοποιούν ότι έτσι θα βάλουν σε περιπέτειες τη σταθερότητα στην αποικία. Αλλά ξέρουν ότι είναι αναλώσιμοι.
Εκτός από τους αναμορφωτές του εξωτερικού, ή μαζί με αυτούς, κάποιοι σχεδιάζουν μια πολιτική αναμόρφωση ακριβώς για να διαιωνιστεί το καθεστώς της αποικίας. Χρειάζεται, λοιπόν, να βιαστούμε σε αντίθεση με την χαλκευμένη δήθεν προτροπή του ποιητή. Γιατί πραγματικά δεν θα απομείνει τίποτα πια με τόση δεινότητα χειρουργική…

Ολόκληρο το ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη:

Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

http://www.e-dromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=13088:εν-μεγάλη-ελληνική-αποικία-2013-μχ&Itemid=67

Καταδικάζεται η βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;

Τελευταία δημοσίευση: 15/10/2013 00:42

Ο Νίκος Μπογιόπουλος στον eniko

«Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί./ Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν’ ανεβεί./ Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών./ Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν’ αίματα πηχτά, και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά/ Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,/ και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά, και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά./ Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί./ Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά, και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά./ Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!».

Αυτό προφανώς και δεν είναι ο «ύμνος στη βία». Είναι αποσπάσματα και στίχοι από τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Και προέρχεται δια χειρός Διονυσίου Σολωμού. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται;» τι έχουν να πουν; Τον… καταδικάζουν τον Σολωμό; Τον… καταδικάζουν τον ελληνικό εθνικό ύμνο; Το «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή» το καταδικάζουν;

«Όταν η διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονα του, το να κάμη τότε ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάστασιν, ν’ αρπάξη τα άρματα και να τιμωρηση του τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ’ όλα τα δίκαια του και το πλέον απαραίτητον απ’ όλα τα χρέη του. Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον οπού είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώτες και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη των
βουνών, εν όσω ν’ ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε ν’ αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (…)»

Αυτό δεν είναι συνταγή κάποιου «κουκουλοφόρου». Είναι απόσπασμα , από το «Νέα Πολιτική Διοίκησις», το επαναστατικό κείμενο του Ρήγα Φεραίου. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται;», πώς και δεν τον έχουν… καταδικάσει ακόμα τον Ρήγα;

Όταν ο Κολοκοτρώνης έπαιρνε στο κατόπι τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, όσο να ‘ναι μια τόσο δα βία την άσκησε. Των κυρίων του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» πώς και τους ξέφυγε ο Γέρος του Μοριά;

Σηκωθείτε παιδιά της Πατρίδας/ Η μέρα της δόξας έφθασε/ Ενάντια της τυραννίας μας/ Το ματωμένο λάβαρο υψώθηκε/ Ακούστε τον ήχο στα λιβάδια/ Το ουρλιαχτό αυτών των φοβερών στρατιωτών/ Έρχονται ανάμεσά μας/ Να κόψουν τους λαιμούς των γιων και των συζύγων σας./ Στα όπλα πολίτες/ Σχηματίστε τα τάγματά σας/ Προελάστε, προελάστε/ Αφήστε το μολυσμένο αίμα/ Να ποτίσει τα αυλάκια στα χωράφια μας./ Ιερή αγάπη για την Πατρίδα/ Οδήγησε και στήριξε τα εκδικητικά μας όπλα/ Ελευθερία, λατρευτή Ελευθερία/ Μπες στον αγώνα με τους υπερασπιστές σου/ Κάτω από τις σημαίες μας, άσε τη νίκη/ να σπεύσει σε σένα, ρωμαλέα δύναμη/ Έτσι ώστε στο θάνατο οι εχθροί σου/Να δουν το θρίαμβό σου και τη δόξα μας».

Αυτά τα «αιμοβόρα» λόγια είναι στίχοι από την «Μασσαλιώτιδα», τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας. Σε αυτόν τον ύμνο στεκόταν προσοχή ο Ζισκάρ Ντε Στεν όταν παραχωρούσε το αεροπλάνο του για να γυρίσει από το Παρίσι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1974. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» ανάμεσα στον Ζισκάρ και στην Αντουανέτα, διαλέγουν την Αντουανέτα;

Ναι μεν «Η Ελευθερία οδηγεί το Λαό», αλλά με όπλα, με σπαθιά και γιαταγάνια; Τς, τς, τς… Αλήθεια, των κυρίων «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;», πώς και τους ξέφυγε (και) ο Ντελακρουά;

Αλλά ας θυμηθούμε και κείνο το τραγούδι της Αντίστασης:

«Δε φοβάμαι την κρεμάλα, δε φοβάμαι το σκοινί/Και στο διάβα μου όλοι τρέμουν ράλληδες και γερμανοί/ Ράλληδες, ταγματαλήτες, μπουραντάδες, γερμανοί/ Τα κεφάλια σας θα πέσουν, απ’ τ’ αντάρτικο σπαθί»

Η και το άλλο «Το τραγούδι του Άρη» που τραγουδιόταν σε όλη την Ελλάδα μετά τη μάχη στο Μικρό Χωριό, το 1942:

«Βαριά στενάζουν τα βουνά/ Κι ο ήλιος σκοτεινιάζει/ Το δόλιο το Μικρό Χωρίο/ Και πάλι ανταριάζει/ Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά/ πέφτουν ντουφέκια ανάρια/ ο Άρης κάνει πόλεμο/ μ’ αντάρτες παλικάρια».

Εδώ οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» διαπιστώνουν πολύ σοβαρό πρόβλημα; Μάλλον θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε αντάρτικο σπαθί, τότε, ή κι αν υπήρχε, να ήταν πιο «φιλικό» με τους ναζί και τους γερμανοτσολιάδες;

Ανταρτοπούλες του ΕΛΑΣ, μαχήτριες κατά του ναζιστικού ζυγού. Μήπως θα τις πάρει κι αυτές η «μπάλα» των κυρίων «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;»

Ακούστε αγαπητοί σημαιοφόροι της προπαγανδιστικής πυροβολαρχίας του «καταδικάζω τη βία απ όπου κι αν προέρχεται»: Έχουν περάσει πολλές χιλιάδες χρόνια που ο άνθρωπος ήταν σκλάβος, μετά έγινε δουλοπάροικος και τους τελευταίους αιώνες προλετάριος, δηλαδή μισθωτός σκλάβος, για να μπορούμε πια να αντιληφθούμε τι κρύβεται πίσω από τον δήθεν «πασιφισμό» σας:

Η δική σας «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», αποτελεί έναν «κομψό», κατ’ επίφαση «δημοκρατικό», τάχα μου «φιλελεύθερο» και πάντα ραφιναρισμένο τρόπο για να υπονομεύετε το δίκιο του αγώνα των καταπιεσμένων. Πώς; Μα παίρνοντας «ίσες» αποστάσεις τόσο ανάμεσα στο «δίκιο», στις «ελευθερίες» και στο «δικαίωμα» του καταπιεστή να καταπιέζει, όσο και στο δίκιο, στις ελευθερίες και στο δικαίωμα του καταπιεσμένου να αντιδρά. Να αντιστέκεται. Να μην συνθηκολογεί με την καταπίεση και με τον καταπιεστή του.

Το θέμα σας – ας είμαστε ειλικρινείς – δεν είναι η αποκήρυξη της βίας και της κάθε βίας, όπως λέτε. Εκτός αν αποκηρύσσεται και τον κ.Βορίδη και την γνωστή δήλωσή του περί της «νόμιμης κρατικής βίας». Εσείς που «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» την «νόμιμη – κατ’ εσάς – κρατική βία» την αποκηρύσσετε;

Πίσω από τον δήθεν «πασιφισμό» σας και από τα διαγγέλματα «κοινωνικής ειρήνης» προς μια κοινωνία που της έχετε βάλει μπουρλότο, στόχος σας είναι να σπιλώσετε τον αγώνα του καταπιεσμένου ενάντια στον τύραννο και τον εκμεταλλευτή του, βαφτίζοντας «βία» την αντίσταση και τη διαμαρτυρία του. Κι αφού τη σπιλώσετε και τη συκοφαντήσετε, μετά σπεύδετε να την αντιπαραβάλλεται με τη βία του εκμεταλλευτή, με τη βία των μνημονίων, με τη βία της φτωχοποίησης, με τη βία των ΜΑΤ, με τη βία των νόμων σας. Αυτή τη βία, βέβαια, δεν την λέτε βία. Την βαφτίζετε «νομιμότητα» και «δημοκρατία».

Φυσικά οι πάντα ευπρεπείς εστέτ του δήθεν ανθρωπισμού, θα συνεχίσουν το ίδιο τροπάρι: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;»…Νομίζουν ότι έτσι θα φέρουν πιο κοντά όχι μόνο το «Τέλος της Ιστορίας», αλλά και το τέλος της φιλοσοφίας. Μεγαλεπήβολος στόχος, αλλά κατά κακή τύχη των διακόνων της ιστορικής αφασίας και της πολιτικής υποκρισίας υπάρχει η πραγματικότητα. Και προς δόξαν της πραγματικότητας, τη βία – ως συστατικό στοιχείο της ύπαρξης των κοινωνιών όπου αντιπαρατίθενται αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα – είτε την καταδικάζεις, είτε δεν την καταδικάζεις, αυτή υπάρχει. Ερήμην των ηθικοπλαστικών κηρυγμάτων και τρις ερήμην της πολιτικής κατεργαριάς.

Καταδικάστε τη βία όσο θέλετε, 24 ώρες το 24ωρο. Όμως: Για όσο στον κόσμο θα επικρατεί ο νόμος του ισχυρού, γα όσο θα θεωρείται «δημοκρατία» να υπάρχουν οι «από πάνω» και οι «από κάτω», για όσο το δίκιο θα καθορίζεται με βάση την δύναμη και θα υποτάσσεται σε αυτήν, για όσο οι κοινωνίες θα χωρίζονται σε τάξεις όπου οι πεντακοσιομέδιμνοι θα κάνουν κουμάντο πάνω στους ζευγίτες και όλοι μαζί πάνω στους δούλους, το να καταδικάζεις τη βία (ακόμα κι όταν αυτή η καταδίκη είναι ειλικρινής) είναι τόσο μάταιο όσο το να καταδικάζεις το γήρας. Η’ το θάνατο. Όσο κι αν τον καταδικάσεις, αυτός υπάρχει. Και θα υπάρχει μέχρι τη δευτέρα παρουσία (τουλάχιστον…). Πριν σπεύσουν κάποιοι να πουν ότι όποιος αναγνωρίζει το αναπόφευκτο της ύπαρξης της βίας ταυτόχρονα την «δικαιώνει», απαντάμε: Η αναγνώριση ότι ο θάνατος υπάρχει, μόνο κάποιος παράλογος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι συνιστά εκδήλωση «αγάπης» προς το θάνατο ή δήλωση «δικαίωσης» της ύπαρξής του ή ότι αναιρεί την απέχθεια απέναντί του.

Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι η ρητορική καταδίκη της βίας – «μαμής» της Ιστορίας κατά Μαρξ. Το ζητούμενο είναι η δίκη, η καταδίκη και ο εξοβελισμός της «μάνας» και του «πατέρα» της βίας και όλων όσοι την γεννούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το θέμα του πολέμου. Τι πιο βίαιο! Αλλά αν θέλεις να είσαι σοβαρός, το πώς τοποθετείσαι απέναντι στον πόλεμο δεν μπορεί να τελειώνει (ούτε καν να αρχίζει) με την έκφραση της καταδίκης του πολέμου. Γιατί έχει και «παρακάτω». Η μήπως δεν έχει «παρακάτω»; Δεν απαιτείται, δηλαδή, να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας του πολέμου; Το «καταδικάζω τον πόλεμο» σε βγάζει, τάχα, από την υποχρέωση να τοποθετηθείς, να πάρεις θέση αν είναι δίκαιος ή άδικος ο πόλεμος, από πλευράς εκείνων που είτε ως αμυνόμενοι, είτε ως επιτιθέμενοι, συμμετέχουν σε αυτόν;

Εκτός αν καταλήξουμε ότι κάθε πόλεμος είναι άδικος και ότι με ένα «καταδικάζω τον πόλεμο» ξεμπερδεύουμε. Αλλά τότε εξίσου «άδικο» με τους Τούρκους το ’21 είχαν και οι επαναστατημένοι Έλληνες. Όμως, αν κάθε πόλεμος είναι «άδικος», και αν η αδικία επιμερίζεται εξίσου σε όλους όσοι συμμετέχουν ή εξαναγκάζονται να συμμετάσχουν σε αυτόν, τότε καλύτερη δικαίωση του «αδικητή» δεν μπορεί να υπάρξει.

Η «Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας» και της Αμερικανικής Επανάστασης, που αναγνώριζε την ισότητα μεταξύ των ανθρώπων και τα αναφαίρετα δικαιώματα του κάθε πολίτη, όπως η ζωή, η ελευθερία και η επιδίωξη της ευτυχίας, κάπως έτσι προέκυψε. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» την καταδικάζουν;

Όταν επομένως μιλάμε για βία, το χρέος μας δεν είναι να αραδιάζουμε επίθετα και προσδιορισμούς για να αποδείξουμε πόσο απεχθής μας είναι, μη και δεν πάρουμε μέρος στο γενικό μεθύσι κάποιας αταξικής, απολίτικης και αντι-ιστορικής «συναδέλφωσης». Υποχρέωση του καθενός – εφόσον σέβεται τον εαυτό του – είναι να προσδιορίζει το χαρακτήρα της βίας.

Και στο σημείο αυτό, αφήνουμε τη «βαριά φιλοσοφία» και ερχόμαστε στην τρέχουσα επικαιρότητα: Υποχρέωση του καθενός, αν μάλιστα είναι αξιοπρεπής (ούτε κομμουνιστής ούτε μη κομμουνιστής, ούτε αριστερός ούτε δεξιός, ούτε προοδευτικός ούτε συντηρητικός, αλλά «απλώς» αξιοπρεπής), είναι να μην επιτρέπει να συκοφαντούνται οι κοινωνικοί αγώνες μέσα από τη χυδαία επιχείρηση να διασυνδεθούν, να παραλληλιστούν ή πολύ περισσότερο να ταυτιστούν με το ναζιστικό έγκλημα. Με το φασιστικό λιντσάρισμα. Με την ατομική τρομοκρατία. Με την παρα-κρατική δράση. Με την προβοκατόρικη, δολοφονική δράση τύπου «Μαρφίν» κοκ.

Δεν υπάρχει πιο ευδιάκριτο σινιάλο επερχόμενης πολιτικής «ανωμαλίας» από τη χυδαιότητα που ισχυρίζεται, άμεσα ή έμμεσα, ότι η λαϊκή αντίσταση αποτελεί τάχα τη «δικαίωση», τη «νομιμοποίηση», τον «τροφοδότη», το «συγκοινωνούν δοχείο» ή ακόμα και τον «γεννήτορα» (!) της τραμπούκικης, της υποκοσμιακής, της ναζιστικής και κάθε μορφής φασιστικής βίας.

Εκείνο που ισχύει είναι το ακριβώς αντίθετο:

Οι μαζικοί, λαϊκοί, κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, εφόσον είναι τέτοιοι, όχι μόνο δεν αποτελούν την «κατάφαση», αλλά την πιο κατηγορηματική, την πιο εκκωφαντική άρνηση – μέχρι του σημείου της κατάργησή της – της βίας που ασκείται πάνω στον καταπιεσμένο. Η κατάργηση αυτής της βίας, που γεννά όχι μόνο το δικαίωμα αλλά και το καθήκον της αντίστασης απέναντί της, είναι και ο μόνος δρόμος για την αντιμετώπιση της βίας, γενικά, και της διάχυσής της.

Υποχρέωση, τελικά, του καθενός – εφόσον σέβεται τον εαυτό του – δεν είναι να εξαντλείται στην «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται». Είναι η καταδίκη και η αντίσταση στη βία, αλλά από εκεί που πραγματικά προέρχεται. Είναι η καταδίκη, η αντίσταση και η αποκάλυψη της βίας – και όσων κρύβονται πίσω της – που αναπαράγει, ενισχύει, διευκολύνει και «νομιμοποιεί» την καθεστωτική βιαιότητα.

Μήπως γνωρίζουν οι κύριοι «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» από πού παίρνει εντολές αυτό το παλικάρι;

Τα όσα σημειώνουμε παραπάνω μόνο από κάποιον συκοφάντη ή εντελώς ευήθη θα ερμηνεύονταν ως στάση που προσεγγίζει τη βία ως κάτι, τάχα, το επιθυμητό. Εκείνο που λέμε είναι ότι η βία αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της μόνης ελεύθερης προσέγγισης που μπορεί να υπάρξει. Και η μόνη ελεύθερη προσέγγιση είναι εκείνη που διαθέτει επίγνωση της αναγκαιότητας.

Αν πάλι όλα αυτά δεν ισχύουν, τότε όχι μόνο θα πρέπει να «καταδικάσουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», αλλά θα πρέπει να ζητήσουμε και «συγγνώμη»:

Να ζητήσουμε «συγγνώμη», για παράδειγμα, για λογαριασμό του Άρη και του αντάρτη του ΕΛΑΣ που άσκησαν βία κατά της χιτλερικής χολέρας. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού που τσάκισε το κτήνος του ναζισμού στο Ράιχσταγκ. «Συγγνώμη» για λογαριασμό των κολίγων στο Κιλελέρ. Συγγνώμη για λογαριασμό εκείνων που γκρέμισαν τη Βαστίλη και των άλλων που πολέμησαν για την κατάργηση της δουλείας στην Αμερική. «Συγγνώμη» για λογαριασμό και του πιτσιρικά της «Ιντιφάντα» που πετούσε τόσο βίαια τις πέτρες του στα τανκς των Ισραηλινών. «Συγγνώμη» και για την άποψή μας ότι ο λαός μας, οργανωμένα, αποφασιστικά και μαζικά – δηλαδή δημοκρατικά – έχει κάθε δικαίωμα να πάρει την «όψη που με βιά μετράει τη γη» και να αποτινάξει από το σβέρκο του τα μνημόνια και ό,τι γεννάει τα μνημόνια.

«Συγγνώμη»; Δεν θα μπορέσουμε…

Από τη μια η βία του ισραηλινού τανκ. Από την άλλη η βία της πέτρας του Παλαιστίνιου πιτσιρικά. Ερώτηση: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;». Απάντηση: «Όχι»!

email: mpog