Το διήμερο της σφαγής

Ο ανδριάντας-μνημείο τού κάποτε κρατούμενου (νεολαίος τότε) Γρηγόρη Ριζόπουλου, όρθιος με την πέτρα στον ώμο και τη γροθιά σηκωμένη, ατενίζει πέρα από τη θάλασσα. «Μη μας ξεχνάτε -φωνάζει-, αν χαθεί η μνήμη, χάνεται ο άνθρωπος»

Συντάκτης:

Θανάσης Σκρουμπέλος

«Γιατί πήρατε τα όπλα, ρε πατέρα, με λιανοντούφεκα εσείς ενάντια σε όλους;» ρώτησα τον πατέρα μου πριν πεθάνει. «Δεν μας αφήσαν άλλο περιθώριο παρά μόνο να πολεμήσουμε για την αξιοπρέπειά μας. Αυτοί μας θέλαν στα γόνατα. Να σβήσουν τα τέσσερα χρόνια αντίστασης και να γυρίσουμε ξανά στο βασιλικό καπέλο, στο ρουσφέτι, στο παρακράτος, στη ρεμούλα. Εμείς θέλαμε πολίτες και αυτοί σέμπρους και ψυχοπαίδια. Εμείς τα ‘χαμε βάλει με τους ναζί κι είχαμε νικήσει».

Το 1948, όταν ήρθε ο Βαν Φλιτ, «στρατηγέ μου, ιδού ο στρατός σας» του είπε με τρεμάμενη φωνή ο Παναγιωτάκης Κανελλόπουλος κι ο Βαν Φλιτ είπε να τελειώνουμε γρήγορα με την «ανταρσία». Κι έφερε μαζί με τα δάνεια και τις ναπάλμ κάνοντας πεδίο δοκιμών την Ελλάδα, προεικονίζοντας χειρισμούς μελλοντικών πολέμων.

23 Φεβρουαρίου ήρθε ο Βαν Φλιτ, έξι μέρες μετά, 29 Φεβρουαρίου με 1η Μαρτίου, έγινε η σφαγή των αόπλων στη Μακρόνησο με το πρόσχημα ότι στασίασαν.

Οι ίδιες τρεμάμενες φωνές πάλι, οι προσκυνημένοι και οι απόντες της Εθνικής Αντίστασης (ή αντιστασιακοί στα λόγια και εκ του ασφαλούς στα σαλονάκια της Αιγύπτου και την ομπρέλα του συμμαχικού στρατηγείου), εν χορώ ονόμασαν το στρατόπεδο της Μακρονήσου «Εθνική Κολυμβήθρα», «Αναγέννηση», «Θαύμα όπου οι “τυφλοί” (όσοι είχαν αντισταθεί κατά του ναζισμού) ξαναβρίσκουν το εθνικό φως τους». Ομως η Μακρόνησος κολυμβήθρα εθνικού καθαρμού δεν ήταν για τους εκτοπισμένους και τους κρατούμενους, για αυτούς ήταν κόλαση.

Στην άκρη του δρόμου τα κτίσματα από ξερολιθιά του ΒΕΤΟ στέκουν ακόμη όρθια, μάρτυρες της καταναγκαστικής εργασίας. Τα τρώνε ο καιρός κι η εγκατάλειψη. Μη χαθεί και αυτή η μαρτυρία | Βασίλης Μαθιουδάκης

Αναβάπτιση και Εθνικός Καθαρμός και Επανένταξη ήταν για τους διοικούντες, πρώην ταγματασφαλίτες, δωσίλογους, καταχραστές, βασανιστές της Μέσης Ανατολής Ελλήνων στρατιωτών και άλλους εύκαμπτους που τώρα αναβαπτίζονταν και χρίζονταν υπερασπιστές του Εθνους.

Το γεωπολιτικό συμφέρον των συμμάχων ήδη από τη διαφαινόμενη ήττα του Αξονα είχε αλλάξει οπτική κι ήθελε πρόθυμους και «σέμπρους» για να κάνει τη δουλειά του.

Οι άλλοι, οι όρθιοι, που είχαν αντισταθεί στη ναζιστική πολεμική μηχανή και τη θηριωδία, δεν τους κάναν γιατί είχαν απαιτήσεις, απαιτούσαν δημοκρατία, σεβασμό στη γνώμη τους κι ήθελαν να πάρουν αυτό για το οποίο είχαν πολεμήσει. Ομως το λιοντάρι θεωρεί δίκαιη τη μοιρασιά όταν τα παίρνει όλα. Κι έτσι οι ισχυροί με τους πρόθυμους, τις τρεμάμενες φωνές και τους εύκαμπτους φτιάξαν από τότε ένα στρεβλό μεταπολεμικό κράτος των δικών τους παιδιών, δυσλειτουργικό, δαιδαλώδες, ρουσφετολογικό, που τελευταία στεκόταν σαν κόκαλο στο λαρύγγι των εταίρων. Και όμως, οι εταίροι, όπως και τότε οι σύμμαχοι, την ίδια τακτική του λιονταριού ακολουθούν και σήμερα, το δίκαιον του ισχυρότερου. Και πάλι οι φωνές και οι εύκαμπτοι σαν ηχώ το επαναλαμβάνουν για να δηλώσουν υποταγή.

Βασίλης Μαθιουδάκης

Σαν σήμερα λοιπόν, πριν από 67 χρόνια (την 29/2 και 1/3 του 1948) οι προσκυνημένοι, για να δείξουν πιστοί και υπάκουοι, για να ξανακερδίσουν κάτι λίγο παραπάνω από την ευτέλειά τους, στήσαν τα πολυβόλα και βαρέσαν στο ψαχνό τους άοπλους κρατούμενους στη Μακρόνησο. Πάνω από τριακόσιοι ήταν οι νεκροί κατά μαρτυρίες κρατουμένων και του καϊκτσή που μετέφερε στον Σαν Τζώρτζη τους νεκρούς. Η επίσημη εκδοχή μιλάει για δεκαεπτά νεκρούς. Το πνίξαν το έγκλημα οι πρόθυμοι και μάλιστα εύκαμπτοι δικαστές δικάσαν και από πάνω κρατούμενους ως υπεύθυνους της ανταρσίας και ως συκοφάντες όταν το καταγγείλαν. Ενα έγκλημα που έμεινε ατιμώρητο μέχρι σήμερα κι οι νεκροί του ριχτήκαν στη θάλασσα, να μη βρεθούν ποτέ. Του Λόρκα η σορός, όταν τον δολοφονήσαν οι φασίστες, δεν βρέθηκε ποτέ. Οι Κύπριοι αγωνιστές ρίχνονταν από τους Αγγλους στον ασβέστη και αφανιζόταν το σώμα τους και φτιαχτήκαν μετά άδεια μνήματα να τους θυμίζουν. Είναι τακτική των ισχυρών και του φασισμού φαίνεται να αφανίζονται ακόμη και οι νεκροί για να μην υπάρχει μνήμα-μνήμη.

Η Μακρόνησος όμως είναι εκεί, σύμβολο στο πέλαγος και σήμερα επίκαιρο περισσότερο από ποτέ.

Και είναι επίκαιρη γιατί και σήμερα οι εύκαμπτοι είναι πρόθυμοι πάλι να σκύψουν.

Και είναι επίκαιρη γιατί ευτυχώς οι όρθιοι και περισσότεροι είναι σήμερα και δεν ξεχνούν και απλώνουν το χέρι να πάρουν τη σκυτάλη από τους όρθιους νεκρούς για αξιοπρέπεια, δημοκρατία, μεταρρυθμίσεις – για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο απαιτεί αξιοπρέπεια και δημοκρατία σε βάθος μια κυβέρνηση. Για πρώτη φορά υπάρχει τέτοια ποιότητα υπουργών και στελεχών. Πρώτη φορά αρθρώνεται δημόσια τέτοιος κυβερνητικός πολιτικός λόγος. Είχε ξανακουστεί επί Λουκή Ακρίτα και Παπανούτσου, αλλά διακόπηκε βίαια από τους εύκαμπτους και τις ελίτ εντός και εκτός.

Ο υπουργός Πολιτισμού πιστεύω θα μεριμνήσει για αυτό το χαρακτηρισμένο ιστορικό μνημείο της Μεσογείου, που έχει αφεθεί στην τύχη του και καταρρέει. Ούτε πρόσβαση εύκολη υπάρχει, ούτε σημάνσεις, ούτε οδηγός, ούτε δυνατότητα φιλοξενίας.

Μαρτυρίες- Μια μαζική δολοφονία που μένει ατιμώρητη

Μίκης Θεοδωράκης: Το δικό μας Αουσβιτς

«Θυμάμαι το 1960 που πήγαμε εκδρομή στο Σούνιο, έστρεψα την πλάτη μου στο νησί. Ομως κάτι με έτρωγε και γύρισα. Μόλις είδα τη Μακρόνησο, λιποθύμησα. Ηταν σαν να ζητούσες από έναν Εβραίο που είχε γλιτώσει από το Αουσβιτς να γυρίσει να ξαναδεί τους φούρνους» (από συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στον Στ. Κούλογλου).

Ο βαρκάρης: Φουντάρισαν 350 νεκρούς φαντάρους

«…έζησα όλα τα δραματικά γεγονότα της Μακρονήσου το 1948. Ο στρατός με είχε επιταγμένο με το καΐκι μου "Αγιος Νικόλαος", επί μισθώ οκτώ χιλιάδες δραχμές τον μήνα. Κουβαλούσα από το Λαύριο πέρα στη Μακρόνησο φαντάρους, πολιτικούς υπόδικους, νερό σε βαρέλια και άλλα. Στο φοβερό τουφεκίδι του Μάρτη 1948, ο Σκαλούμπακας μου κόλλησε το πιστόλι στο κεφάλι και με απειλές με διέταξε να κουβαλάω σκοτωμένους φαντάρους πέρα μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερόνησο Σαν Τζιόρτζιο. Στο Γ’ Τάγμα φόρτωνα τους νεκρούς φαντάρους, που τους εξέταζε ο γιατρός Μαλάμης κι έγραφε στο πιστοποιητικό θανάτου τη λέξη "νεκρός". Ητανε δίπλα στον γιατρό Μαλάμη κι άλλοι δύο γιατροί. Τους σκοτωμένους φαντάρους τούς τακτοποιούσαν στριμωχτά στο αμπάρι οι Αλφαμίτες Χούμης και Λαγός. Σ’ ένα μόνο δρομολόγιο φορτώσαμε 185 νεκρούς φαντάρους. Λέω στον Σκαλούμπακα: "Το καΐκι δεν σηκώνει τόσο πράμα, είναι πολύ το πράμα, θα μπατάρει το καΐκι". Αυτός κουβέντα δεν έπαιρνε, με το πιστόλι με διέταξε. Τι να ‘κανα; Το πιστόλι σε παγώνει… Ανοιγόμασταν τη νύχτα στον Κάβο Ντόρο. Εκεί στο Σαν Τζιόρτζιο περίμενε καράβι πολεμικό. Οι ναύτες παίρνανε τους σκοτωμένους φαντάρους και τους χώνανε μέσα σε συρμάτινα δίχτυα με βαρίδια και τους φουντάρανε στον βυθό της θάλασσας. Αυτό ξανάγινε. Οι νεκροί όλοι όλοι ήταν 350 κοντά, τους μέτραγα έναν έναν και ήταν 350 φαντάροι νεκροί. Αυτή ήταν η πιο τραγική περιπέτεια που έζησα στη ζωή μου…» (μαρτυρία του καπετάνιου Μίμη Βρονταμίτη).

Ο Κατριβάνος για τον βασανιστή: Αρνήθηκε να πάρει μέρος

«Είχα ανοίξει γραφείο και δικηγορούσα στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου 6, τρίτος όροφος. Ενα απόγευμα κάποιος μου χτύπησε την πόρτα. Ανοίγω. Βλέπω έναν καταβεβλημένο ηλικιωμένο με πολιτικά.

Τον αναγνώρισα αμέσως.

"Είμαι ο Κωνσταντόπουλος, ο βασανιστής σας. Με θυμάσαι;"

Ηταν έντονα καταβεβλημένος, πολύ άρρωστος.

"Ηθελα από καιρό να σε συναντήσω. Ηθελα να εξηγηθώ μαζί σου, γιατί σου είχα φερθεί άσχημα στη Γιούρα. Μα ο σκοπός που ήρθα είναι άλλος, πιο σοβαρός. Θα θυμάσαι. Ημουν διοικητής του Α’ Τάγματος Σκαπανέων και στη Μακρόνησο.

Λίγες μέρες πριν γίνουν τα φοβερά επεισόδια, με κάλεσε ο συνταγματάρχης, ο Μπαϊρακτάρης, και μου ζήτησε να στήσουμε παγίδα, για να χτυπηθούν οι κρατούμενοι. Εγινα έξω φρενών. Του απάντησα ότι δολοφόνος δεν γίνομαι. Είμαι στρατιώτης και δεν κάνω αυτήν την ατιμία. Παραιτούμαι αυτήν τη στιγμή. Και αμέσως εγκατέλειψα το γραφείο του.

Ο αντικαταστάτης μου ήρθε το ίδιο βράδυ. Σ’ τα λέω για να τα γνωρίζετε υπεύθυνα. Τη δολοφονία τόσων παιδιών την οργάνωσε ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης μαζί με τους σκοτεινούς, που κυβερνούσαν τον στρατό μας την εποχή εκείνη"» (μαρτυρία Θεόδωρου Κατριβάνου).

Σημ: Αντικαταστάτης του Κωνσταντόπουλου ήταν ο περιβόητος Αντώνης Βασιλόπουλος, που πήρε μέρος τη δεύτερη μέρα στη σφαγή. Μετά τη σφαγή έβγαλε και την περίφημη διαταγή «απαγορεύονται οι αυτοκτονίες» και απειλούσε με τιμωρία όσους αυτοκτονούσαν! Ο επιλεγόμενος και Αγιος Αντώνης, γιατί έβαλε μαζί με τη βίλα να του χτίσουν οι κρατούμενοι και εκκλησία πάνω από τους φούρνους, τον Αγιο Αντώνιο.

Υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Γ. Στράτος.

Λάζαρος Κυρίτσης: «Το κυνηγητό του θανάτου ήταν ανελέητο»

Λάζαρος Κυρίτσης: έζησε τη σφαγή και επέζησε. Είκοσι τριών χρόνων τότε, ενενήντα έξι σήμερα, και τα θυμάται σαν να ήταν χθες |

«…Το πρωινό της 1ης Μάρτη σηκωθήκαμε και περιμέναμε να αποκατασταθεί η αδικία και να επιβληθούν κυρώσεις. Αντ’ αυτού ο διοικητής μάς ξεγέλασε και βρεθήκαμε περικυκλωμένοι από τις φρουρές και των άλλων ταγμάτων Β’ και Γ’. Ταυτόχρονα η ακταιωρός του Μπαϊρακτάρη, διοικητή και των 3 ταγμάτων, έκανε περιπολίες στη θάλασσα πάνω-κάτω στο ύψος του τάγματός μας. Κατά τις 11 με 12 ήμασταν έξω από τις σκηνές, άρχισε να φωνασκεί από την ακταιωρό. “Οσοι διαχωρίζετε τας θέσεις σας από τους κομμουνιστάς να πάτε πιο πέρα στον χώρο του 7ου λόχου. Εκεί στα γραφεία μπορείτε να κάνετε δηλώσεις και να υπογράψετε”. Δεν μετακινήθηκε κανείς. Το επανέλαβε πολλές φορές χωρίς ανταπόκριση και μετά είπε: “Αν σε 5 λεπτά δεν πάτε εκεί να υπογράψετε ώστε να διαχωρίσετε τις θέσεις σας από τους κομμουνιστές, θα σας επιτεθούμε”. Αρχισε να φωνάζει 5, 4, 3, 2, 1, 0, ΠΥΡ. Το μυδράλιο της ακταιωρού ξεκίνησε την αιματοχυσία συνοδευόμενο από τα όπλα των φρουρών και των 3 ταγμάτων που μας είχαν περικυκλωμένους. Τρέχαμε πανικόβλητοι, μας σκοτώνανε, γενήκαμε ένας όχλος από 5-6 χιλιάδες ανθρώπους, προσπαθούσαμε να προφυλαχτούμε, κάπου να κρύψουμε το κεφάλι μας, το κυνηγητό του θανάτου ήταν ανελέητο….» (μαρτυρία Λάζαρου Κυρίτση).

Τόπος εξορίας

Πέτρα στην πέτρα. Αυτός ήταν ο «νέος Παρθενώνας». Ολες ποτισμένες με αίμα και πόνο από τους κρατούμενους | Βασίλης Μαθιουδάκης

Η Μακρόνησος άρχισε να χρησιμοποιείται ως τόπος εξορίας στις 26-3-1947

Επίσημα ξεκίνησε στις 3-4-1947 με υπογραφή του τότε υπουργού Γ. Στράτου, όταν αρχηγός του ΓΕΣ ήταν ο Κ. Βεντήρης.

Την εντολή εκτέλεσης έλαβε ο συνταγματάρχης Πυροβολικού Γ. Μπαϊρακτάρης.

Δημιουργήθηκαν τα Ειδικά Τάγματα Οπλιτών (ΕΤΟ)

Αναλυτικά:

➊ A’ ETO (1947-1953)

➋ Β’ ΕΤΟ (1947-1953)

Γ’ ΕΤΟ (1947-1953)

➍ Γ’ ΚΕΝΤΡΟ Παρουσιάσεως Αξιωματικών (1947-1948)

➎ ΣΦΑ (1947-1951) [Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών]

➏ Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης (1948-1950)

➐ ΕΣΑΙ [Ειδικό Σχολείο Αναμορφώσεως Ιδιωτών] (1949-1950)

➑ Στρατόπεδο Αναμορφώσεως Γυναικών (1949-1950)

➒ Πρότυπο Κέντρο Διαπαιδαγώγησης Ανηλίκων Φυλακισμένων (ιδρύθηκε με κοινή πρόταση του υπουργείου Δικαιοσύνης και της Αμερικανικής Αποστολής το 1948)

Η Μακρόνησος σε αριθμούς

Βασίλης Μαθιουδάκης

Γεωγραφικά:

18,5 τετραγωνικά χιλιόμετρα έκταση

13 χιλιόμετρα μήκος

500 μέτρα πλάτος

281 μέτρα η υψηλότερη κορυφή

28 χιλιόμετρα το μήκος των ακτών της

Ιστορικά:

1912-1913 στρατόπεδο Τούρκων αιχμαλώτων

1922-1923 λοιμοκαθαρτήριο, κυρίως Πόντιων προσφύγων

11 χρόνια τόπος εξορίας

Υπολογίζεται ότι από το κολαστήριο της Μακρονήσου πέρασαν για «αναμόρφωση» 100.000-120.000 στρατιώτες και πολίτες (άνδρες, γυναίκες και παιδιά).

Ο αριθμός των νεκρών από βασανιστήρια, αυτοκτονίες και δολοφονίες παραμένει μυστικός.

Τα αρχεία του ΓΕΣ έχουν χαθεί ή καταστράφηκαν.

Η ταινία

Στο πλαίσιο της διάσωσης της ιστορικής μνήμης και του ανοιχτού μουσείου της Μακρονήσου, οι συνεργάτες μας, ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Θ. Σκρουμπέλος με τον φωτογράφο Β. Μαθιουδάκη και παραγωγό τον Σταύρο Κοπελούζο ετοιμάζουν μία ταινία για το νησί.

Βασίλης Μαθιουδάκης

Δράμα ιστορικής μνήμης, πάνω στα ερείπια των Ειδικών Ταγμάτων και την -με υπαίθρια αγία τράπεζα- εκκλησία του Αγ. Αντώνη.

Αυτός θα είναι ο σκηνικός τους χώρος. Ο,τι έχει απομείνει στο νησί. Οπου εκεί τρία πρόσωπα, τρεις σακατεμένες ψυχές, κάθε ψυχή χτυπημένη από διαφορετική θέση (πρώην εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου) θα συναντηθούν στη Μακρόνησο και μέσα σ’ ένα βράδυ θα πολεμήσουν με τα παλιά φαντάσματα και τις ανοιχτές πληγές της μνήμης.

Θα αναμετρηθούν όπως παλιά μα δεν θα υπάρξει νικητής, μόνο λύτρωση, και όχι για όλους. Θα είναι μια ταινία λιτή, θεατρόμορφη όπου θα κυριαρχούν τα πρόσωπα, ο λόγος, τα σώματα και τα ερείπια γύρω τους.

Εφ. Συν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s