«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα.»

Του Νίκου Μπογίοπουλου

«Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη,

που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς,

παραδίνεται για να σωθεί,

στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών».

 

 

Ο κατά πολλούς ιδρυτής της επαναστατικής Τέχνης στην Ελλάδα, ένας άνθρωπος που αναποδογύρισε μια «βολεμένη» ζωή κι άρχισε, όπως έλεγε ο Τάσος Λειβαδίτης, να γράφει «για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν», ο ποιητής που έγραφε «για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο…», ο Κώστας Βάρναλης, «έφευγε» σαν σήμερα πριν ακριβώς από 41 χρόνια, στις 16 Δεκέμβρη του 1974.

Ο Βάρναλης, υπήρξε ανελέητος μαστιγωτής της εθελοδουλίας. Εχθρός της θωπείας προς τον καταπιεσμένο που μέσα από την αλλοτρίωσή του μετατρέπεται σε θεληματικό θύμα αλλά και σε θύτη.

«Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ αδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος – έγραφε – πάει ταχτικά με τους νικητές. Ως τώρα η ιστορία του κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.

Λεφτεριά θα πει δύναμη. Οι λαοί πιστεύουνε πιότερο τ’ αφτιά τους παρά τα μάτια τους. Πιότερο το Μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασία τους παρά την κρίση τους».

Ο ίδιος αυτός άνθρωπος, αρνητής κάθε κολακείας προς τον θεληματικό δούλο, αποτελεί, ταυτόχρονα, εκείνη την εμβληματική μορφή που χλευάζοντας την «αισθητική του Κολωνακίου» πήρε την «αντιποιητική γλώσσα» των λαϊκών στρωμάτων και της απέδωσε όλα τα κλέη της ποιητικής της δικαίωσης.

Κάθε στίχος του Βάρναλη είναι και μια αποκαθήλωση της θεολογικής μεταφυσικής. Οι λέξεις του είναι τόσο ευθύβολες και ο λόγος του τόσο πυκνός που κάθε εγχείρημα «υπερταξικού» εγκιβωτισμού της πραγματικότητας διαλύεται αστραπιαία:

«Πως θα σωθούμε απ’ την “ελευθερία” της σκλαβιάς μας κι απ’ τον “υπέρ πατρίδος” των Προδοτών; Και πότε απ΄ τους θεούς των Αθέων και των ανθρωποφάγων;»

Κι ακόμα:

«Άμβωνας, θρανίο και γκλομπ, θα δουλεύουν αδερφικά, να χωρίζουν τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα, και να ταιριάζουνε τα αταίριαστα με την αρμονία των τάξεων».

Ο αμετανόητος κομμουνιστής Βάρναλης, στις αιτιάσεις εναντίον του για την «στράτευσή του», ήταν καταιγιστικός:

«…όλες οι τέχνες «πολιτεύονται», είτε το ξέρουνε είτε όχι, είτε τους φαίνεται είτε όχι. Κι η επαναστατική τέχνη «πολιτεύεται» – έλεγε ο Βάρναλης – με τη διαφορά, πως το ξέρει. Γιατί αν είναι κανείς συντηρητικός από κοινωνική Συνήθεια, γίνεται επαναστάτης μονάχα από γνώση της πραγματικότητας κι από αντίδραση στη Συνήθεια».

Όταν πέθανε ο Παλαμάς τον ξεπροβόδισε ο Σικελιανός κάνοντας λόγο για το φέρετρο που πάνω του ακουμπούσε όλη η Ελλάδα. Από την ίδια στόφα ήταν φτιαγμένος και ο Βάρναλης. Από τη στόφα των ποιητών που πάνω τους μπορεί να ακουμπάει ο λαός στα δύσκολα.

Ο Βάρναλης έγινε η «φωνή του λαού», υπήρξε ένα με το λαό, ακριβώς γι’ αυτό: Γιατί ποτέ δεν κατέφυγε στην ευκολία να θωπεύσει και να καλοπιάσει το λαό:

«Όταν πεθαίνει ο βασιλιάς μη χαίρεσαι λαουτζίκο. Μη λες πως θαν’ καλύτερος ο νυν από τον τέως. Πως θάναι το λυκόπουλο καλύτερο από τον λύκο. Τότε μονάχα να χαρείς: αν θάναι ο τελευταίος…».

Ο Βάρναλης αρνήθηκε να γίνει «δημοπίθηκος» που με κολακείες εξαπατά το λαό. Δεν κρύβει τίποτα όταν μιλώντας στους «Μοιραίους» θέτειτην παθητικοποίηση και τη μοιρολατρία μπροστά στον καθρέφτη της:

«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα…».

Κι επίσης:

«Κι αν είναι ο λάκκος σου πολύ βαθύς, χρέος με τα χέρια σου να σηκωθείς».

Η φιγούρα του Βάρναλη, του «παππού των λαϊκών αγώνων», όπως τον αποκαλούσε ο Ρίτσος, θα ξεχωρίζει πάντα στην αίθουσα του στρατοδικείου δίπλα στον Λουντέμη, όταν εκείνος στην παραίνεση του δικαστή να κάνει μια «δήλωση μετανοίας» και αποκήρυξης των ιδεών του για να πάψει να «τραβιέται» στα ξερονήσια απάντησε:

«Κύριε πρόεδρε ο άνθρωπος έκανε κάτι εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί στα δυο του πόδια. Δεν θα τον ξαναγυρίσω εγώ στα τέσσερα»!

Ο Βάρναλης υπήρξε σαρκαστικός και αμείλικτος εχθρός της σεμνοτυφίας. Στα βαρύγδουπα ερωτήματα του τύπου «ποια είναι τα σημαντικότερα ιδανικά της ζωής», απαντούσε:

«(…) οι γυναίκες, η θάλασσα, η φασουλάδα και να βλέπεις να παίζουν τάβλι στο «Βυζάντιο»..».

Υπήρξε ο απόλυτος απέναντι στη γλίτσα του λογοτεχνικού, δημοσιογραφικού και κάθε λογής σιναφιού που αντιλαμβάνεται το ρόλο του ως σμπίρος της εξουσίας. Έγραφε:

«Και συ, τσούλα των δήμιων, Επιστήμη,/ της Αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα,/ και συ, πρόστυχη Πένα και ψοφίμι,/ του βούρκου. λιβανίζετε την μπόχα!».

Ο Βάρναληςείναι«Το Φως που Καίει». Διαρκώς. Είναι ένας «παραμυθάς»που όχι μόνο δεν χαρίζεται στον«κυρίαρχο» λαό κάθε φορά που ο λαός ανέχεται να τον κουμαντάρουν οι αφεντάδες, αλλά και κατσαδιάζει τον λαό όταν υποτάσσεται στο ρόλο του υποτακτικού που«δεν μπορούσε πια μήτε να ζήσει – μήτε να σκεφτεί χωρίς “σωτήρες”».

Ο Βάρναλης, είναι εκείνος που «Στην αληθινή απολογία του Σωκράτη» προειδοποιεί:

«Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς, παραδίνεται για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των κλεφτών».

Ο Κώστας Βάρναλης, επίκαιρος όσο ποτέ, θα είναι πάντα εκείνος που θα μπολιάζει το «θύμα» και το «ψώνιο» με την προτροπή να σηκώσει το ανάστημά του.

Είναι ο «Οδηγητής» που κράτα άσβεστη τη σπίθα: «Αν ξυπνήσεις μονομιάς θάρθει ανάποδα ο ντουνιάς»!

https://youtu.be/dJlvvr8EYf0

email: mpog@enikos.gr

Advertisements

Γιατί σταμάτησες το ποδόσφαιρο;

02/12/2015

Μία ερώτηση που μου απηύθυναν πολλοί γνωστοί, φίλοι και συγγενείς την στιγμή που ο καθένας τους πληροφορήθηκε ξαφνικά την απρόσμενη είδηση. Τι να πρωτοπείς και τι να πρωτοσχολιάσεις σε μία τόσο εύκολη φαινομενικά ερώτηση τεσσάρων λέξεων, όταν στην απάντηση της κρύβεται μία μεγάλη και πολυσύνθετη ανάλυση. Θα επιδιώξω λοιπόν να απαντήσω αγγίζοντας επιφανειακά και μόνο, κάποιους από τους λόγους που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση, επιχειρώντας συνάμα και μία καταγραφή προσωπικών εμπειριών και βιωμάτων.

Το γεγονός είναι πως στην ουσία δεν σταμάτησα ποτέ να παίζω ποδόσφαιρο. Αγωνίζομαι τους τελευταίους μήνες στην ομάδα του ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΥ. Μία αυτοοργανωμένη ομάδα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που κοσμεί τα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα των Ιωαννίνων τόσο με την παρουσία της μέσα στα γήπεδα όσο και έξω από αυτά. Στην πραγματικότητα αυτό που έχω αφήσει πίσω μου, είναι το ποδόσφαιρο σε ότι έχει να κάνει με την επαγγελματική του μορφή και υπόσταση.
Ξεκινώντας από πολύ μικρή ηλικία να κλωτσάω μία μπάλα σε γειτονιές, δρόμους κι αλάνες, βιώνοντας το ποδόσφαιρο στην πιο αγνή και καθάρια του μορφή, ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως θα αποτελέσω κάποια στιγμή πιόνι και μέρος ενός συστήματος ακατάσχετης κερδοφορίας που οι εκφραστές του, θα εκμηδένιζαν προσωπικότητες, θα καταπατούσαν αξιοπρέπειες και θα φίμωναν με τον τρόπο τους όλες τις αντίθετες φωνές, μόνο και μόνο για να ικανοποιήσουν τις ματαιόδοξες ορέξεις τους. Το ποδόσφαιρο όπως και ο αθλητισμός είναι κατά βάση ένα δημόσιο και κοινωνικό αγαθό που έχει μεταλλαχθεί από τη σύγχρονη κοινωνία σε εμπόρευμα για να εξυπηρετεί το κέρδος. Φυσικά και η εμπορευματοποίηση του διευκολύνει κατά κύριο λόγο τον καπιταλισμό, όταν πίσω του κρύβονται τεράστιες βιομηχανίες. Κατασκευαστικές εταιρίες, στοιχηματικές εταιρίες, εταιρίες αθλητικών προϊόντων και πολλές ακόμα που συγκαταλέγονται στον μακρύ κατάλογο. Έτσι σε μία καλή περίπτωση ο αμειβόμενος ποδοσφαιριστής πληρώνεται από τις χορηγίες των εκάστοτε εταιριών που και αυτές εκμεταλλεύονται με τη σειρά τους τον μόχθο των εργαζομένων τους που δουλεύουν με εξευτελιστικούς μισθούς και κάτω από αντίξοες συνθήκες. Επί του πρακτέου λοιπόν συμμετέχει στην διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων. Η συνειδητοποίηση πως τα πάντα στο ποδόσφαιρο έχουν να κάνουν με το χρήμα ήταν η αρχή για να ξετυλιχθεί ένα κουβάρι αλληλένδετων γεγονότων που μου ασκούσαν τρομερή πίεση προκαλώντας μου δυσφορία και έντονο προβληματισμό.

Το ποδόσφαιρο πλέον όπως γίνεται αντιληπτό είναι μόνο η βιτρίνα, ενώ πίσω από αυτήν εξελίσσεται ένα παιχνίδι κέρδους. Από την στιγμή που έχει εισέλθει στον κόσμο των επιχειρήσεων έχει χαθεί κάθε μαγεία. Από εκεί βέβαια δεν θα μπορούσαν να λείπουν τα στημένα παιχνίδια, δημοφιλές αποκύημα του στοιχήματος. Πάρα πολλοί παράγοντες πλουτίζουν στις πλάτες ανυποψίαστων ποδοσφαιριστών. Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα από αυτό της προδοσίας και της εκμετάλλευσης. Πολύ συχνά η ίδια η ομάδα στην οποία ανήκεις σε υποχρεώνει να χάσεις ή να διαμορφώσεις ένα αποτέλεσμα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που υπήρξα μάρτυρας δωροδοκίας από παράγοντες αντίπαλων ομάδων και συμμετέχων σε αγώνες με προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Τα λόγια συνήθως των προέδρων για να δικαιολογήσουν το στήσιμο ενός αγώνα, είναι πως προβαίνουν σε τέτοιου είδους κινήσεις για να πληρωθούν οι παίκτες. Οι παίκτες ωστόσο μένουν απλήρωτοι και ψυχικά βιασμένοι, ενώ οι λογαριασμοί των εμπλεκόμενων φουσκώνουν. Ακόμα χειρότερο είναι όταν βλέπεις τους ίδιους σου τους συμπαίκτες να στοιχηματίζουν κατά της ομάδας σου. Είναι το σημείο όπου έχει απαξιωθεί ολωσδιόλου το άθλημα. Βάζοντας λοιπόν το χρήμα στην κορυφή της πυραμίδας, το αμέσως επόμενο στάδιο για την επίτευξη της κερδοφορίας έχει να κάνει με την επιβολή της νίκης. Στην αναζήτηση της πολυπόθητης νίκης πάση θυσία, μπαίνει στο παιχνίδι και η χορήγηση ουσιών και σκευασμάτων-συμπληρωμάτων προς τους αθλητές. Οι ομάδες άλλοτε επιβάλλουν την κατανάλωσή τους και άλλοτε το αφήνουν στην διακριτική ευχέρεια του καθενός. Οι πλειοψηφία των αθλητών που ασχολούνται επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο λαμβάνουν συμπληρώματα. Πολλοί προπονητές επιβάλλουν με το ζόρι στους αθλητές τέτοιου είδους σκευάσματα και ουσίες είτε για να αυξήσουν τις επιδόσεις τους είτε για να έχουν γρηγορότερη αποκατάσταση. Φυσικά η υγεία των ποδοσφαιριστών είναι δευτερευούσης σημασίας αφού όλα γίνονται για την νίκη και η νίκη φέρνει χρήμα. Βέβαια υπάρχουν και οι περιπτώσεις των αθλητών που παίρνουν από μόνοι τους χωρίς την συγκατάθεση της ομάδας τους. Αυτοί δυστυχώς είναι θύματα της όλης κατάστασης.

Με την χρησιμοποίηση της έκφρασης <<όλα για τη νίκη>>, υποθάλπεται η κατάσταση ενός φυλακισμένου ποδοσφαιριστή στο να κερδίζει πάντα, αφού σύμφωνα με τους άγραφους νόμους του μοντέρνου ποδοσφαίρου, μόνο με την επίτευξη της νίκης μπορεί να εξασφαλίσει κανείς τα αυτονόητα(χρήματα, ενοίκια, σωστή μεταχείριση κ.τ.λ). Κάπου εκεί και στο κυνήγι του αποτελέσματος αρχίζουν και μπαίνουν στο παιχνίδι οι σκοπιμότητες. Καθυστερήσεις της ομάδας που ωφελείται από το σκορ, θεαματικές βουτιές, προκλήσεις αντιπάλων, αντιποδόσφαιρο κ.α. Όλες οι προαναφερόμενες μέθοδοι και τακτικές κλέβουν την ομορφιά και την αίγλη του ποδοσφαίρου καταστηλιτεύοντας το. Έτσι παίχτες και θεατές βρισκόμαστε όλοι συμπρωταγωνιστές σε μια μεγάλη κωμική παράσταση. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση των αθλούμενων. Η πίεση λοιπόν που δέχεται ένας ποδοσφαιριστής για να κερδίσει , είτε αυτή ασκείται από τους προπονητές και τους διοικούντες, είτε από τους οπαδούς είναι αφόρητη και πολύ ψυχοφθόρα. Η φράση <<κέρδισε για να πληρωθείς>> είναι κάτι που όλοι λίγο πολύ έχουμε ακούσει στις ομάδες που έχουμε αγωνιστεί κατά καιρούς. Είναι στην ουσία ένας στυγνός εκβιασμός που θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα βιοπορισμού και τις αυτονόητες παροχές που πρέπει να έχει ένας ποδοσφαιριστής. Πολλοί συναθλητές μου μη μπορώντας να διαχειριστούν αυτή την κατάσταση, υποβάλλουν τον οργανισμό τους διαρκώς, σε μία κατάσταση στρες με αποτέλεσμα είτε να χάνουν τον ύπνο τους στην καλύτερη περίπτωση, είτε να εμφανίζουν ψυχοσωματικά προβλήματα. Πολλές φορές θυμάμαι να δυσκολεύομαι να διαχωρίσω την προσωπική μου ζωή από το ποδόσφαιρο, με αποτέλεσμα να τα ταυτίζω απόλυτα. Έτσι έφτανα σ’ ένα σημείο όπου ο καθορισμός της συναισθηματικής μου κατάστασης, εξαρτιόταν αποκλειστικά από το αποτέλεσμα της Κυριακής. Αυτή η αναγωγή του ποδοσφαίρου σε νούμερο ένα ανάγκη στην καθημερινότητά μας, έχει δημιουργήσει το σλόγκαν <<το ποδόσφαιρο είναι η ζωή μου>>. Το έχουμε τοποθετήσει τόσο ψηλά που όλες οι άλλες ανάγκες βρίσκονται υπό την σκέπη του. Το γεγονός αυτό στην ουσία μας καθιστά αδρανείς και αμέτοχους σε πολλούς και σημαντικούς τομείς της ζωής μας. Παραμερίζουμε οικογένειες, φίλους, σχέσεις, καταργούμε πολλές από τις επιθυμίες μας, βάζουμε περιορισμούς στην προσωπική μας ζωή, θέτουμε σε κίνδυνο την υγεία μας, τάσσουμε σε κατώτερη μοίρα την καλλιέργεια του εαυτού μας και αναλώνουμε όλη την πολύτιμη ενέργεια μας σ’ ένα και μόνο αντικείμενο χωρίς να έχουμε πολύ συχνά και τ’ αντίστοιχα ανταλλάγματα.

Για όλα τα παραπάνω λοιπόν, αποφάσισα να στραφώ στον ερασιτεχνικό αθλητισμό και συγκεκριμένα στην ομάδα του ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΥ. Μία ομάδα που με εκφράζει απόλυτα γιατί διαφέρει εντελώς η δομή και ο τρόπος λειτουργιάς της από τις υπόλοιπες ομάδες του ποδοσφαιρικού χάρτη. Τόσα χρόνια λειτουργούσα σαν ένα γρανάζι στην τρομακτική μηχανή του μοντέρνου ποδοσφαίρου. Από εδώ και στο εξής δεν είμαι δούλος κανενός. Έπαψα να είμαι ένα προϊόν προς αγορά και προς πώληση, ένα μέσο εκμετάλλευσης και ένα αντικείμενο παραγωγής κέρδους. Πλέον το ποδόσφαιρο δεν είναι η ζωή μου. Είναι ένα μέσο όμως που την ομορφαίνει και οτιδήποτε είναι ικανό να το κάνει αυτό αξίζει την αγάπη μου. Η μπάλα από εδώ και στο εξής παίζεται διαφορετικά. Όχι για την νίκη, αλλά για το παιχνίδι και το παιχνίδι πλέον είναι ευχαρίστηση.

Μετά τιμής,

Σπαθάρας Δημήτριος

Η «Συμφωνία»

Του Κώστα Βάρναλη

Η «Συμφωνία»

Μόλις ήρθε η «Συμφωνία»

κι άρχισε να σπα κρανία.

Αμερικανοί ματρόζοι,

γκάγκστερ όλοι και μαφιόζοι.

Με την προστασία των νόμων

δίκαιοι κατά παρανόμων!

γροθιά και με σουγιά

τρεις μαφιόζοι έναν ραγιά!

Άντροι αυτοί κι εμείς μπικίνι,

ξένοι εμείς και ντόπιοι εκείνοι.

Κι ο λαός; Του τα ’χει κόψει

της διχτατορίας η κόψη!

Ξεφωνάει πεσμένος χάμου:

«Σφάξε με ν’ αγιάσω, αγά μου!»

Στην αισχρή ετεροδικία

αντιτάξου, Αυτοδικία!

διώχ’ την ξένη ετούτη λέρα

κι αυτουνούς που τηνε φέρα’.

(Από τη συλλογή «Οργή λαού»)