Απόψεις του Δημήτρη Γληνού για τον Δάσκαλο

15:21 | 11 Αυγ. 2015

Ο Δημήτρης Γληνός υπήρξε μια πολυσύνθετη προσωπικότητα. Ήταν, σύμφωνα με τους χαρακτηρισμούς συνεργατών και μαθητών του, παιδαγωγός, φιλόσοφος και δάσκαλος. Oι απόψεις του Γληνού για τον Έλληνα δάσκαλο5 65 χρόνια μετά τον θάνατό του εξακολουθούν να είναι ακόμη επίκαιρες και να αποτελούν μάλιστα αντικείμενο μελέτης.

Ορίζοντας την παλιότερη θέση του δασκάλου, τον οποίο θεωρούσε σημαντικότατο και πολυτιμότατο συντελεστή του εκπαιδευτικού έργου και κατ’ επέκταση εργάτη της προόδου του έθνους, επεσήμανε: «o Έλλην διδάσκαλος παντός βαθμού υπήρξε και αυτός θύμα πολλαπλής δουλείας, δουλείας πνευματικής, δουλείας οικονομικής, δουλείας ηθικής. Υπήρξεν εποχή καθ’ ην ο διδάσκαλος εάν μεν ήθελε να είνε τίμιος και ενσυνείδητος έπρεπε να είνε και μάρτυς και αν δεν ήθελε να είνε μάρτυς, έπρεπε να είνε επιτήδειος κόλαξ, αφρονημάτιστος, ασυνείδητος, εκμεταλευτής».

Ο Γληνός ήταν πεπεισμένος ότι τα αίτια αυτής της ηθικής και κοινωνικής κατάπτωσης του δασκάλου μπορούσαν να αρθούν με την οικονομική αναβάθμιση, τη μόρφωση και την επιμόρφωσή του καθώς και με τη διοικητική αποκέντρωση των υπηρεσιών της Παιδείας. Σε άρθρο του που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ στο διάστημα 18 Μάρτη-15 Απρίλη 1914 μαζί με άλλα άρθρα έγραφε σχετικά: «Και είνε πασίγνωστον, ότι άμα εξασφαλίσης προοδευτικόν, ειλικρινή, μορφωμένον, ζηλωτήν διδάσκαλον ενδιαφερόμενον περί του έργου του, διαρκώς ανασκοπούντα καί βελτιώνοντα αυτόν, άμα εξασφαλίσης διδάσκαλον, διανοητικώς, ηθικώς καί οικονομικώς ελεύθερον και αυτοτελή, εξασφάλισες ήδη τα εννέα δέκατα της επιτυχίας του εκπαιδευτικού έργου».

Σε κείμενά του, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Αγωγή, αναφέρθηκε στη σχέση που συνδέει άμεσα την αναγέννηση της ελληνικής παιδείας με τον ενεργητικό ρόλο, που οφείλει να αναλάβει ο Έλληνας δάσκαλος, ως σημαντικότατο μέλος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Παράλληλα, έδειξε το δρόμο στον οποίο οφείλουν να οδηγηθούν τα εκπαιδευτικά ζητήματα, διατυπώνοντας κατ’ αρχάς την άποψη ότι πρέπει να σταματήσει η προσωνυμία «δάσκαλος», που σημαίνει τον φορέα «πάσης πνευματικής μικρότητος, κοινωνικής ταπεινώσεως, πενιχρότητος και ευτελείας», ώστε αυτή να αποκτήσει το πραγματικό της νόημα, σύμφωνα με το οποίο ο δάσκαλος «Έχει τό βλέμμα εστραμμένον προς τας κορυφάς, τας οποίας φωτίζει ο ήλιος πρώτα. Το βλέμμα εστραμμένον προς την φιλοσοφίαν και την επιστήμην. Σ’ αυτό το σημείο, ο δάσκαλος ανάπτει την λαμπάδα του πρώτος από την λαμπάδα του φιλοσόφου, του κοινωνιολόγου, του επιστήμονος ερευνητού».

Οι απόψεις του αυτές ανακαλύπτουν την προσπάθεια που κατέβαλε ώστε να διαλυθεί η πλάνη που καλλιεργούσαν συστηματικά συντηρητικοί κύκλοι, οι οποίοι ήθελαν το δάσκαλο απαθή θεατή, άψυχο διεκπεραιωτή του νεκρού πνεύματος των διαταγών και των νόμων, παθητικό εκτελεστικό όργανο. Έγραφε, σχετικά, στο περιοδικό Αυγή: «Ο δάσκαλος όχι μόνο πρέπει να έχη γνώμη και πίστη για το έργο του, αλλά και υποχρέωση ιερή να τρέφει τη μέριμνα του μέλλοντος και να βοηθάει με όλη του τη δύναμη την καλυτέρευση του παρόντος». Λίγο πριν κυκλοφορήσει το περιοδικό η Αναγέννηση και σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Διδασκαλικόν Βήμα, δηλώνει γι’ αυτό την απόφασή του «να σταθή δίπλα στον Έλληνα δάσκαλο και να του χορηγήση της επιστήμης και της φιλοσοφημένης σκέψης τα μέσα».

Έτσι, στο πρόγραμμα για την παιδεία που καταγράφει στις σελίδες του περιοδικού Αναγέννηση, το οποίο, ας σημειωθεί, λειτούργησε ως ο προμαχώνας του κοινωνικού δημοτικισμού για την πνευματική ανάπλαση του έθνους και προπύργιο για τη λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, επισημαίνει: «Να δοθή η πρεπούμενη σημασία στον κυριώτατο εργάτη της παιδείας, το δάσκαλο. Όχι μόνο η μόρφωσή του για όλες τις βαθμίδες της Παιδείας πρέπει να είνε βαθειά, πλούσια και επιστημονική, μα και η θέση του μέσα στόν κύκλο των λειτουργών της πολιτείας αντάξια με το προσφερόμενο υψηλότατο έργο, χωρίς να υπάρχη καμμιά κατ’ αρχήν διάκριση ανάμεσα στους εργάτες της κατώτερης και της ανώτερης παιδείας».

Η θεώρηση του δασκάλου, ως τον πολυτιμότατο και σημαντικότατο παράγοντα για την ευόδωση του εκπαιδευτικού έργου, οδηγούσε συχνά το Γληνό στη γνωστοποίηση των δικών του προτάσεων για την αναβάθμιση της θέσης του δάσκαλου και μέσω αυτού την αναβάθμιση της ελληνικής εκπαίδευσης.

Πρωταρχικής σημασίας ζήτημα για τον Γληνό ήταν η οικονομική αναβάθμιση του δασκάλου, ώστε να σταματήσει να ασχολείται με ιδιωτικές παραδόσεις και άλλες εργασίες που προσβάλλουν τόσο το κύρος όσο και το έργο του. Αναφερόμενος, έτσι, στην αναγκαιότητα να απαλλαγεί ο δάσκαλος από τα οικονομικά προβλήματα, παρατηρούσε: «Και δεν πρέπει να θεωρηθή υπερβολή, εάν ισχυρισθή τις, ότι η οικονομική ενίσχυσις του δασκάλου πρέπει να είνε ακόμη γενναιότερα. Είνε χρήμα, το οποίον η ορθή παιδεία θα αποδώσει εις την πολιτείαν και την κοινωνίαν πολλαπλάσιον».

Όσον αφορά την ηθική και πνευματική χειραφέτηση του δασκάλου, ο Γληνός δεχόταν ότι θα επιτευχθούν τόσο με την διοικητική αποκέντρωση, η οποία δεν πρέπει να αφορά μόνο τα διοικητικά ζητήματα, αλλά και τα ζητήματα των προγραμμάτων, των διδακτικών βιβλίων και γενικά όλου του οργανισμού της Παιδείας, όσο και με την αποστολή εκατοντάδων νέων στην Ευρώπη για την εξειδικευμένη μόρφωσή τους. Για το λόγο αυτό σημείωνε: «Δεν είνε ανάγκη πολλών λόγων βεβαίως διά να πεισθώσιν οι δάσκαλοι ότι πρέπει να περιφρουρήσωσι τήν διοικητικήν αποκέντρωσιν ως κόρην οφθαλμού». «Η μόνη λύσις είνε η κατάλυσις του μονοπωλίου της Ευρωπαϊκής μορφώσεως διά της αποστολής εκατοντάδων νέων εις την Ευρώπην».

Πρωταρχικής, επίσης, σημασίας ζήτημα ήταν για το Γληνό η μέριμνα για τη συνεχή επιμόρφωση των δασκάλων, που όπως είδαμε, τη θεωρούσε ως βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του εκπαιδευτικού έργου. Γι’ αυτό υπογράμμιζε: «Να αναδιοργανωθούν ριζικά οι Πανεπιστημιακές σχολές πού μορφώνουν δασκάλους, καθώς και τα Διδασκαλεία και να γίνουν σοβαρές εκπαιδευτικές αποστολές στο εξωτερικό».

Εξ’ άλλου, μεγάλη σημασία, εκτός από την επιμόρφωση των δασκάλων, έδωσε ο Γληνός και στη συνεργασία όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, από το Δημοτικό μέχρι το Πανεπιστήμιο, και γι’ αυτό έγραφε στο περιοδικό Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου: «Aν οργανωθούν οι δάσκαλοι κάθε βαθμού, αν οργανωθούν μ’ ενωτικό δεσμό τη βαθιά επίγνωση του έργου τους και της σημασίας του για την κοινωνία, αν ενωθούν γύρω σε ιδέες και όχι μόνο γύρω σε μικροσυμφέροντα, αν πιστέψουν στον εαυτό τους και στην αποστολή τους μπορούν να κατορθώσουν όχι μόνο το σεβασμό να εμπνεύσουν, μα και όλη την παιδεία και ολόκληρο το λαό να υψώσουν».

Ο Γληνός ήθελε το δάσκαλο παντού στην πρώτη γραμμή της προόδου. Γράφει χαρακτηριστικά: «Αυτός ηγήτωρ, αυτός κηρυξ, αυτός σκαπανεύς της.19 Παράλληλα όμως ήθελε να αλλάξει και το σχολείο χαρακτηρίζοντας το παλιό σχολείο ως «σχολείον φυλακή και το σχολείον υπνωτήριον, το σχολείον των λόγων, των γραμματικών και των κενών φράσεων, το σχολείον οδοστρωτήρα και προκρούστη των ψυχών, το σχολείον το αφρονιμάτιστον, το σχολείον που δίδει χαρτιά και τίποτε άλλο, το σχολείον το περιφρονούμενον από μαθητές, από γονείς, από κοινωνία και πολιτεία».

Ένας από τους σημαντικούς λόγους διαφωνίας και αιτία διάσπασης του Εκπαιδευτικού Ομίλου ήταν και οι αντίθετες αντιλήψεις, που είχαν ο Δελμούζος και ο Γληνός, σχετικά με το ρόλο το δασκάλου και την ελευθερία που έπρεπε να έχει.

Ο Δελμούζος και οι συντηρητικοί του Ομίλου έλεγαν ότι «ο δάσκαλος, ούτε μπορεί, ούτε είνε σωστό να δεχτή αντιλήψεις, που τον βγάζουν έξω από το έργο του και τον κάνουν πολιτικό». Υποστήριζαν ακόμη, ότι ο δάσκαλος «πρέπει να θεωρή το κράτος για εργοδότη του και τον εαυτό του για εργάτη» αφαιρώντας έτσι τον καθαρά ιδεολογικό χαρακτήρα της σχέσης δάσκαλου – κράτους. Έπαυαν έτσι, το δάσκαλο από ιεροφάντη μιας κοινωνικής λειτουργίας και τον έκαναν άψυχο μισθωτό όργανο, έναν εργάτη με συμφέροντα αντίθετα προς τον εργοδότη του, και μάλιστα χωρίς την κυριότερη προϋπόθεση της προσωπικότητάς του, την ελεύθερη σκέψη.

Το βαθύτερο νόημα της επιχειρηματολογίας των συντηρητικών ήταν πως «ο δάσκαλος δεν θα μπορή να είνε μέλος του εκπαιδευτικού ομίλου, αν γίνη σωματείο προοδευτικό, Όπως τον θέλουν οι ριζοσπαστικοί και ακόμα περισσότερο, πώς το κράτος έχει το δικαίωμα και να εμποδίση με τη βία και να τιμωρήση το δάσκαλο, που θα ήθελε να είναι μέλος ενός τέτιου σωματείου». Ύψωσαν έτσι την κρατική βία σε φόβητρο και εμπόδιο στην ελεύθερη σκέψη, συμπληρώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο την αντιδραστική μεταστροφή τους προς την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Αντίθετα με τις απόψεις αυτές, ο Γληνός και οι προοδευτικοί του Ομίλου υποστήριζαν σθεναρά «πώς ο δάσκαλος δε γίνεται ποτέ πολιτικός με το να σκέφτεται, πως θα καλυτερέψη η παιδεία και να ζητάη να φωτίση και τούς άλλους, έτσι πού η σκέψη του να γίνη αναγνωρισμένη πράξη η κατάσταση. Έτσι μόνο εχτελεί σωστά το χρέος του απέναντι και στο Κράτος και στην κοινωνία». Ο Γληνός και οι Ριζοσπαστικοί του Ομίλου τόνιζαν, έτσι, ότι οποιαδήποτε αντίθετη αντίληψη μετατρέπει το δάσκαλο σε πνευματικό προλετάριο, που δουλεύει μηχανικά για να κερδίσει ένα κομμάτι ψωμί, και διατύπωσαν τις παραπάνω αντιλήψεις στην ακόλουθη αρχή: «Φυσικός και κύριος εργάτης της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είνε ο δάσκαλος. Επομένως ο εκπαιδευτικός όμιλος φρονή, ότι ο δάσκαλος χωρίς να παραβαίνη τους νόμους και τα προγράμματα του Κράτους κατά την εχτέλεση του έργου του μέσα στα σχολειό, έχει όχι μόνο το δικαίωμα της ελεύτερης σκέψης μα ακόμα και το δικαίωμα σαν άτομο και σαν ομάδα να διαφωτίζη την κοινωνία και να συντελή στήν αναμόρφωση της παιδείας».

Έτσι, ο Γληνός, επισημαίνοντας τις αδυναμίες, τα τρωτά και τα κακώς κείμενα, προτάσσει και τη δική του «θεραπεία»:

«Πρέπει να λείψη η εκπαιδευτική και διδασκαλική κακοδαιμονία.

Εν τη ενώσει η δύναμις.

Τους κυβερνώντας πρέπει να τούς διαφωτίσωμεν, εμείς πρέπει να τους καθοδηγήσωμεν. Εκ των κάτω το φώς.

Καί ευτυχή τά έθνη εις τα οποία τα τοιχώματα του σχολείου δεν γίνονται τείχη σινικά αποκλείοντα την ζωήν.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο Γληνός:

Ξεσκέπασε το μάταιο, αντιδραστικό και βλαβερό ρόλο του δασκάλου, που αδιαφορεί για οτιδήποτε πέρα από το επίσημο πρόγραμμα.

Αξίωσε από τους δασκάλους να έχουν το βλέμμα τους στραμμένο προς τη ζωή και ανοιχτή την ψυχή τους προς τα κελεύσματά της.

Αγωνίστηκε για να πείσει το δάσκαλο για το ρόλο που έπρεπε να παίξει και που για το Γληνό δεν ήταν άλλος από το ρόλο του «κοινωνικού αναμορφωτή» και «απόστολου μιας θρησκείας ιδεών».

Παρότρυνε τους δασκάλους να στηρίξουν το Σχολείο Εργασίας, στο οποίο κυριαρχούσε η κριτική σκέψη και η δημιουργική εργασία.

Ζήτησε από τους δασκάλους να αγωνιστούν για να περάσει η συνολική αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση.

Οι απόψεις του Δ. Γληνού για το δάσκαλο εξακολουθούν και σήμερα να είναι επίκαιρες. Οι εκπαιδευτικοί, που διαβάζουμε τα κείμενα αυτά βλέπουμε, και σήμερα ακόμη, να βαραίνουν τη μοίρα της εκπαίδευσης πολλά δεινά από όσα περιέγραφε ο Γληνός. Η παιδαγωγική του προσφορά, τα ιδεολογικά-επιστημονικά κριτήρια που χρησιμοποιεί για να περιγράψει την προσωπικότητα και το έργο του έλληνα δασκάλου παραμένουν επίκαιρα και χρήσιμα και μπορούν ακόμη να συντελέσουν στη διαμόρφωση του ενιαίου και αντιαυταρχικού σχολείου στην υπηρεσία των λαϊκών αναγκών.

Πηγή: Ανθολόγιο

Από το tvxs

Πέθανε ο Λένιν;

Νίκος Μπογιόπουλος

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από τον κόσμο όπου 8 μόλις άτομα κατέχουν πλούτο που ισούται με τα υπάρχοντα 3,5 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, δηλαδή του 50% του πληθυσμού της Γης.

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από τον κόσμο των 3 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που «ζουν» με 1,5 δολάρια την ημέρα.

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από την Ευρώπη των 120 εκατομμυρίων φτωχών και απόκληρων.

Ένα ερώτημα πλανάται πάνω από την Ελλάδα της καταχνιάς, της κατάθλιψης, της αιθαλομίχλης και των 2.460 αυτοκτονιών το διάστημα 2010-2014: «Τι να κάνουμε;»…

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, σε άλλες (;) συνθήκες το ερώτημα είχε τεθεί και είχε απαντηθεί από τον άνθρωπο που σήμερα συμπληρώνονται 93 χρόνια από τον θάνατό του, στις 21 Γενάρη 1924:

Τον Λένιν.

Κατ’ αρχάς, όμως, τι σόι άνθρωπος, τι σόι τύπος ήταν ο Λένιν, ώστε να αξίζει να δώσουμε βάση στην άποψή του για το «τι να κάνουμε» εμείς σήμερα;

«Λένιν, ο πιο ανθρώπινος άνθρωπος»,

έγραφε μετά τον θάνατό του ο Μαγιακόφσκι. Αλλά ο Μαγιακόφσκι λάτρευε τον Λένιν και ίσως δεν θα μπορούσε να είναι αντικειμενικός στην κρίση του.

Είναι σημαντικότερο, επομένως, να μας περιγράψει την προσωπικότητά του κάποιος που οι σχέσεις του μαζί του υπήρξαν, το λιγότερο, πολυκύμαντες:

«Ο Λένιν – γράφει ο Τρότσκι – ανεχόταν την νεροποντή από εγκώμια με τον τρόπο που ένας ανυπόμονος πεζός υπομένει τη βροχή κάτω από μια ξώπορτα».

Και ως πολιτικός, ως ηγέτης; Ο Τρότσκι πάλι αναφέρει:

«Δεν επέβαλε το σχέδιό του στις μάζες. Βοηθούσε τις μάζες να συλλάβουν και να πραγματοποιήσουν τα δικά τους σχέδια».

Αλλά δεν έχει λιγότερη σημασία να δει κανείς πως μιλούσαν για τον Λένιν οι ίδιοι οι ταξικοί του αντίπαλοι:

«Ο Λένιν ήτο η επιφανεστέρα των προσωπικοτήτων που ανέδειξεν ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος»

σημείωναν σε άρθρο τους οι Τάϊμς της Νέας Υόρκης την επόμενη του θανάτου του ενώ οι Τάϊμς του Λονδίνου έκαναν λόγο για

«το σιδερένιο θάρρος του, την ακλόνητη αποφασιστικότητα του και την ολοκληρωτική έλλειψη κάθε ιδιοτελούς συμφέροντος μέσα στον αγώνα»(https://atexnos.gr, 20/1/2017)

Όσο για τα παρακάτω δεν τα έγραψε κάποιος «όποιος κι όποιος». Και κυρίως δεν τα ισχυρίζεται κάποιος που πάσχει από μαρξιστικές και λενινιστικές «παρωπίδες». Ο ύμνος στον Μαρξ και τον Λένιν προέρχεται από έναν υπουργό Οικονομικών του… Ρήγκαν! Τον Πολ Κρεγκ Ρόµπερτς. Έγραψε:

«Αν ο Μαρξ και ο Λένιν ήταν σήµερα ζωντανοί, θα ήταν βασικοί διεκδικητές του βραβείου Νόµπελ για την οικονοµία. Ο Μαρξ προέβλεψε την προϊούσα εξαθλίωση των εργαζοµένων και ο Λένιν προείδε την υποταγή της υλικής παραγωγής στη συσσώρευση κερδών του χρηµατοπιστωτικού κεφαλαίου. Οι προβλέψεις τους είναι κατά πολύ ανώτερες από τα “οικονοµικά µοντέλα” που σήµερα βραβεύονται µε Νόµπελ και από τις προβλέψεις των κεντρικών τραπεζιτών, των υπουργών Οικονοµικών και των νοµπελιστών οικονοµολόγων…» (1)

Φυσικά ο Λένιν δεν θα πάρει ποτέ το βραβείο Νόμπελ. Παρότι είναι ο άνθρωπος που με διεξοδικό τρόπο προσδιόρισε αυτό που ζούμε (και) σήμερα: Δηλαδή τον ζυγό του «αποικιακού» και «τοκογλυφικού ιµπεριαλισµού» (2). Ο Λένιν, αντίθετα, θα συνεχίσει να βαφτίζεται «ξεπερασμένος» από τους αδαείς. Αλλά θα είναι πάντα εκείνος που ανέλυσε ότι:

«Χαρακτηριστικό του καπιταλισµού γενικά είναι ότι χωρίζει την ιδιοκτησία του κεφαλαίου από την χρησιµοποίηση του κεφαλαίου στην παραγωγή, ότι χωρίζει το χρηµατικό κεφάλαιο από το βιοµηχανικό ή το παραγωγικό (…). Ο ιµπεριαλισµός ή η κυριαρχία του χρηµατιστικού κεφαλαίου είναι η ανώτατη εκείνη βαθµίδα καπιταλισµού όπου ο χωρισµός αυτός παίρνει πελώριες διαστάσεις. Η υπεροχή του χρηµατιστικού κεφαλαίου πάνω σε όλες τις υπόλοιπες µορφές κεφαλαίου σηµαίνει κυρίαρχη θέση του εισοδηµατία και της χρηµατιστικής ολιγαρχίας, σηµαίνει ξεχώρισµα µερικών κρατών που κατέχουν τη χρηµατιστική δύναµη, απ’ όλα τα υπόλοιπα» (3).

Ο Λένιν δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ. Βλέπετε όσα είχε να μας πει (από τότε!) για την κυρία… Μέρκελ και για τα «χαϊδεμένα παιδιά» των εκάστοτε «Μέρκελ» που είναι σπαρμένα στις «μισοαποικίες» των μεγάλων Δυνάμεων, είναι ενοχλητικά. Έγραφε:

«Το κεφάλαιο έγινε διεθνές και μονοπωλιακό. Ο κόσμος είναι μοιρασμένος ανάμεσα σε μια χούφτα μεγάλες Δυνάμεις, δηλαδή Δυνάμεις που έχουν επιτυχίες στη μεγάλη καταλήστευση και καταπίεση των εθνών (…) η Αγγλία, η Γαλλία και η Γερμανία έχουν τοποθετήσεις στο εξωτερικό όχι μικρότερες από 70 δισεκατομμύρια ρούβλια. Για να εισπράττουν το "θεμιτό" εισοδηματάκι τους από το στρογγυλούτσικο αυτό ποσό – ένα εισοδηματάκι που ξεπερνάει τα τρία δισεκατομμύρια ρούβλια το χρόνο – υπάρχουν οι εθνικές επιτροπές των εκατομμυριούχων, που ονομάζονται κυβερνήσεις, που διαθέτουν στρατό και πολεμικό στόλο και "τοποθετούν" στις αποικίες και στις μισοαποικίες τα χαϊδεμένα παιδιά και τα αδέλφια "του κυρίου δισεκατομμυρίου" σαν αντιβασιλείς, προξένους, πρεσβευτές, κάθε λογής υπαλλήλους, παπάδες και άλλες βδέλλες» (4).

Παρ’ όλα αυτά,το ερώτημα παραμένει: Έχει να πει κάτι ο Λένιν στους εργαζόμενους και στους άνεργους, σήμερα; Έχουν νόημα τα λόγια του στην εποχή του Wi – Fi; Μπορούν να ακουστούν μέσα σε όλη αυτή την οχλαγωγία από το σαφάρι των Πόκεμον; Και κυρίως: Τι προοπτική, τι διδάγματα μπορεί να προσφέρει η πολιτική δράση του εκατό χρόνια μετά, τώρα που επήλθε πια το «Τέλος της Ιστορίας» και το εγχείρημα της Οκτωβριανής Επανάστασης ανατράπηκε;

Μια σκέψη είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον Σαρτρ: Ο μαρξισμός, έλεγε ο Γάλλος φιλόσοφος,

«είναι αξεπέραστος διότι δεν ξεπεράστηκαν οι συνθήκες που τον ανέδειξαν».

Και ο Λένιν δεν εκπροσωπεί τίποτα λιγότερο από αυτό: Τον μαρξισμό στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Δηλαδή την εποχή της απόλυτης κυριαρχίας των μονοπωλίων στον κόσμο. Η’ μήπως σήμερα, επί «Ζήμενς» και «Κρούπ», επί Novartis και Ντόιτσε Μπανκ, επί τραπεζιτών και εργολάβων, ζούμε σε κάποια άλλη εποχή;

Αν πάλι ο Σαρτρ δεν ακούγεται και τόσο πειστικός στα αυτιά ορισμένων, τότε τους προτείνουμε να λάβουν τοις μετρητοίς τον κ.Σαμαρά και τον κ.Τσίπρα. Αυτοί είναι που επί πρωθυπουργίας του πρώτου μνημόνευαν τον Λένιν στη Βουλή συχνότερα κι από το ΚΚΕ. Ας πάρουν τοις μετρητοίς και τον κ.Στουρνάρα. Αυτός (!) ήταν που επαναλάμβανε ότι διαβάζει τον Λένιν. Ανελλιπώς μάλιστα, όπως έλεγε από τη θέση του υπουργού Οικονομικών.

Όσο για τον ΣΥΡΙΖΑ, μετά από κάθε του υπογραφή κάτω από κόφτες και μνημόνια, είναι σύνηθες να βγαίνει και κάποιος «αριστερούλης» του (πρώτος διδάξας ο κ.Τσίπρας αμέσως μετά την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου) για να ξεπλύνει την ξεφτίλα του – πως; – απαγγέλλοντας Λένιν.

Οι μαρτυρίες όλων των παραπάνω όσο να ‘ναι μια κάποια πιστοποίηση της επικαιρότητας της λενινιστικής παρακαταθήκης προσφέρουν. Ειδικά αν αναλογιστούμε όσα διαπράττουν. Γεγονός που πείθει ότι ο λόγος που αναφέρονται στον Λένιν και ξεπατικώνουν τσιτάτα του, είναι για να κάνουν τα ακριβώς αντίθετα…

«Τι να κάνουμε;», συνεπώς. Αλλά όχι κατά τους παραχαράκτες του Λένιν, μα σύμφωνα με τον ίδιο τον μπολσεβίκο ηγέτη;

Χρέος

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα που λιμοκτονεί υπό το βάρος των χρεών έχει ο Λένιν να μας πει κάτι; Έχει να προτείνει κάτι στους Έλληνες του μόχθου που – ως μη όφειλαν – έχουν πληρώσει αυτά τα χρέη χίλιες φορές, αλλά τους επιβάλλουν να τα πληρώσουν άλλες χίλιες;

«…νομίζουμε – έλεγε ο Λένιν απευθυνόμενος στους λαούς της Ευρώπης και όλου του κόσμου – πως για την ακύρωση των χρεών θα αναγκαστούν (σσ: οι λαοί) να περιμένουν κάτι άλλο και να δουλέψουν σε κάποια άλλη κατεύθυνση, χωρίς να υπολογίζουν στη "γενναιοψυχία" των κυρίων καπιταλιστών».

Τι έκανε λοιπόν ο Λένιν που δεν επαφίετο στη «γενναιοδωρία» των τοκογλύφων και των κερδοσκόπων και φυσικά δεν «διαπραγματευόταν» μαζί τους;

Το Γενάρη του 1918, η σοβιετική κυβέρνηση, με διάταγμα υπογεγγραμμένο από τον Λένιν, ακύρωσε τα εσωτερικά και εξωτερικά δάνεια που είχε συνάψει η τσαρική και η Προσωρινή κυβέρνηση. Τέλος!

Όμως, οι Μπολσεβίκοι, επειδή ακριβώς ήταν κομμουνιστές, δηλαδή και πατριώτες και διεθνιστές, την ώρα που οι πολιτικοί προπάτορες του ελληνικού αστικού πολιτικού κόσμου έστελναν στρατό εναντίον τους, εκείνοι, όσον αφορά την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό, να τι έκαναν:

«Ένα άλλο οικονομικό μέτρο της σοβιετικής κυβέρνησης στον εξωτερικό τομέα ήταν η παραίτησή της από το Διεθνή Οικονομικό Ελεγχο (ΔΟΕ), που επέβαλαν το 1897, μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, οι Μεγάλες Δυνάμεις στην Ελλάδα (…) από την Οχτωβριανή Επανάσταση η Ελλάδα απεκόμισε οικονομικά οφέλη. Η νεαρή Σοβιετική Δημοκρατία, με απόφαση του Δεύτερου Συνεδρίου των Σοβιέτ, απάλλαξε την Ελλάδα από το χρέος που όφειλε στη Ρωσία και ανερχόταν στα 100 εκατομμύρια χρυσά γαλλικά φράγκα. Ακόμα, η σοβιετική κυβέρνηση παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της στο Άγιο Όρος, καθώς και από τις ιδιοκτησίες του τσαρικού κράτους σε διάφορα ευαγή ιδρύματα στην Ελλάδα (…)» (Κώστας Αυγητίδης, «Η στρατιωτική επέμβαση των καπιταλιστικών χωρών ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία και η Ελλάδα (1918-1920)», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»).

Έτσι αντιμετώπισαν, λοιπόν, οι Μπολσεβίκοι και ο Λένιν τα θέματα του χρέους.

Κυβερνήσεις

Και για τους εκάστοτε «σωτήρες» μας; Έχει να πει κάτι ο Λένιν που να εξηγεί τον ρόλο τους; Η άποψή του δεν μας φαίνεται και πολύ παράταιρη:

«Σε μια κοινωνία – έλεγε – που βασίζεται (…) στην υποδούλωση των εκατομμυρίων φτωχών και εργαζομένων από μια χούφτα πλουσίων, η κυβέρνηση δεν μπορεί παρά να είναι ο πιο πιστός φίλος και σύμμαχος των εκμεταλλευτών, ο πιο πιστός φρουρός της εξουσίας τους. Και για να είναι σίγουρος φρουρός, δεν αρκούν στον καιρό μας τα κανόνια, οι ξιφολόγχες και ο βούρδουλας: Πρέπει να φροντίσεις να υποβάλλεις στα θύματα της εκμετάλλευσης την ιδέα ότι η κυβέρνηση στέκεται πάνω από τις τάξεις, ότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ευγενών και της αστικής τάξης, αλλά τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, ότι φροντίζει να προστατεύει τους αδύναμους και τους φτωχούς από τους πλούσιους και τους ισχυρούς».

Τα διδάγματα της κρίσης

Μήπως ο Λένιν, που φυσικά δεν θα πάρει ποτέ το Νόμπελ – πράγμα που προφανώς ουδόλως θα τον ενδιέφερε και θα τον απασχολούσε – έχει να μας πει κάτι για την κρίση;

Είναι πραγματικά πολύ ενδιαφέρον για μας, τους βουλιαγμένους στις «μισοαποικίες» και στις «μητροπόλεις», τα θύματα των τοκογλύφων ιμπεριαλιστών, τα υποζύγια των «χαιδεμένων παιδιών» της ολιγαρχίας, να πάρουμε υπόψη μας τις σκέψεις του Λένιν για «Τα διδάγματα της κρίσης». Και –κυρίως – να σκεφτούμε την άποψη του μεγαλύτερου επαναστάτη του 20ου αιώνα γύρω από τα πολιτικά συμπεράσματα που απορρέουν από την κρίση. Ο Λένιν έγραφε:

«Για να βγει κέρδος από μια επιχείρηση, πρέπει να πουληθούν τα εμπορεύματα, να βρεθούν αγοραστές. Και αγοραστής πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην όλη η μάζα του πληθυσμού, γιατί οι τεράστιες επιχειρήσεις παράγουν βουνά ολόκληρα από προϊόντα. Σ’ όλες όμως τις κεφαλαιοκρατικές χώρες τα εννιά δέκατα του πληθυσμού αποτελούνται από φτωχούς: από εργάτες που παίρνουν ένα πενιχρότατο μεροκάματο, από αγρότες που, στη μεγάλη τους μάζα, ζουν χειρότερα κι από τους εργάτες.

Και να που, όταν η μεγάλη βιομηχανία σε περίοδο άνθησης παίρνει φόρα για να παράγει όσο το δυνατό περισσότερα, ρίχνει στην αγορά τόσο μεγάλη ποσότητα προϊόντων, που δεν είναι σε θέση να τα πληρώσει η φτωχή πλειονότητα του λαού. Αυξάνει ολοένα ο αριθμός των μηχανών, των εργαλείων, των αποθηκών, των σιδηροδρόμων κτλ., όμως, από καιρό σε καιρό διακόπτεται αυτή η αύξηση, γιατί η μάζα του λαού, για την οποία, σε τελευταία ανάλυση, προορίζονται όλοι αυτοί οι βελτιωμένοι τρόποι παραγωγής, παραμένει σε φτώχεια τέτοια, που φτάνει τα όρια της εξαθλίωσης.

Η κρίση δείχνει ότι η σύγχρονη κοινωνία θα μπορούσε να παράγει ασύγκριτα περισσότερα προϊόντα για την καλυτέρευση της ζωής όλου του εργαζόμενου λάου, αν δεν είχαν αρπαχτεί η γη, τα εργοστάσια, οι μηχανές κ.τ.λ. από μια χούφτα ατομικούς ιδιοχτήτες, που βγάζουν εκατομμύρια από τη λαϊκή εξαθλίωση.

Η κρίση δείχνει ότι οι εργάτες δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην πάλη για μερικές παραχωρήσεις από μέρους των κεφαλαιοκρατών: στην περίοδο της αναζωογόνησης της βιομηχανίας μπορούν να καταχτηθούν τέτοιες παραχωρήσεις (…) όμως επέρχεται η κρίση και οι κεφαλαιοκράτες όχι μόνο παίρνουν πίσω τις παραχωρήσεις που έκαναν, αλλά και επωφελούνται από την αδυναμία των εργατών για να κατεβάσουν ακόμα πιο πολύ τα μεροκάματα. Κι αυτό θα συνεχίζεται αναπότρεπτα, ώσπου οι στρατιές του σοσιαλιστικού προλεταριάτου να γκρεμίσουν την κυριαρχία του κεφαλαίου (…)» (5).

Εκτός από λόγια, όμως, ο Λένιν συνήθιζε να κάνει και πράξεις. Οι οποίες συμβάδιζαν με τα λόγια του. Ως εκ τούτου, πιστός στις θέσεις του να μην επαφίεται στην «γενναιοδωρία» των δημίων του λαού, πιστός στην θέση του για το ξεπέρασμα της κρίσης υπέρ των πολλών, πιστός στη θέση του ότι οι κυβερνήσεις του λαού δεν στέκονται «πάνω από τάξεις» αλλά εκπροσωπούν την τάξη των καταπιεσμένων, φρόντισε:

1) Στις 26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης –να υπογράψει το Διάταγμα για την Ειρήνη με το οποίο έβγαζε τη Ρωσία έξω από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και έξω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν είχε υπογράψει, δηλαδή, κανένα κείμενο με το οποίο να αναγνωρίζει την παραμονή της Ρωσίας σε κανένα «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» με τους ιμπεριαλιστές ούτε κανένα κείμενο που έθετε την εσωτερική πολιτική στη Ρωσία υπό την «αξιολόγηση», την «εποπτεία» και την «επιτήρηση» των ιμπεριαλιστών.

2) Την ίδια μέρα (26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης) είχε ήδη υπογράψει το Διάταγμα για τη Γη με το οποίο καταργήθηκε – χωρίς καμία αποζημίωση – η ιδιοκτησία της γης από τους τσιφλικάδες, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκρατορικής και της μοναστηριακής. Δεν είχε δηλαδή υπογράψει τίποτα που να μιλά για επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων, για το ξεπούλημα του λιμανιού στην Cosco, των αεροδρομίων στη Fraport, του ΟΣΕ στους Ιταλούς και του Ελληνικού στον Λάτση.

3) Πάλι την ίδια μέρα (26 Οκτώβρη 1917 – την επόμενη κιόλας μέρα της Επανάστασης) είχε ήδη υπογράψει το Νομοσχέδιο για τον Εργατικό έλεγχο στις βιομηχανικές, εμπορικές και τραπεζικές επιχειρήσεις.

4) Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση είχε ήδη υπογράψει (στις 14 Δεκέμβρη 1917) τον νόμο για την Εθνικοποίηση των Τραπεζών. Δεν είχε δηλαδή υπογράψει κανένα κείμενο που να λέει ότι οι τραπεζίτες θα συνέχιζαν να πίνουν το αίμα του λαού μέσω τραπεζών που θα συνέχιζαν να ανακεφαλαιοποιούνται με λεφτά του λαού.

5) Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση είχε ήδη υπογράψει (στις 18 Γενάρη 1918) την Εθνικοποίηση του εμπορικού στόλου. Δεν πήγαινε δηλαδή στην Ένωση Εφοπλιστών μοιράζοντας φοροαπαλλαγές στους εφοπλιστές μαζί με υποκλίσεις στον «πατριωτισμό» τους.

6) Λίγες μέρες μετά την Επανάσταση (στις 9 Γενάρη 1918) υπέγραψε – επαναλαμβάνουμε – το Διάταγμα Ακύρωσης όλων των Εσωτερικών και Εξωτερικών Δανείων που είχε υπογράψει η τσαρική και η προηγούμενη αστική κυβέρνηση. Αρνήθηκε, δηλαδή, να πληρώνει εγχώριους και ξένους κλέφτες, ληστές, κερδοσκόπους και τοκογλύφους, τους είπε αν θεωρούν πως έχουν λαμβάνειν να πάνε να τα πάρουν από εκείνους που τα είχαν ξεκοκαλίσει και όχι από το ρώσικο λαό, και φυσικά ουδέποτε υπέγραψε κείμενο όπως αυτό: «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα»…

Οι μετρ του εξυπνακισµού, φυσικά, επιμένουν: «Ναι», θα µας πουν ειρωνικά, «αλλά όση “σοφία” κι αν κρύβουν τα παραπάνω λόγια του Λένιν, όση αποφασιστικότητα κι αν δείχνουν οι πράξεις του, αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι τα “καθεστώτα’’ που δημιουργήθηκαν από τον Λένιν και τους οµοίους του κατέρρευσαν».

Από τέτοιες τοποθετήσεις του συρµού άλλο τίποτα. Αυτού του τύπου οι αναγνώσεις της Ιστορίας είναι τόσο «εμβριθείς», ώστε να µην προκαλεί πια καµία εντύπωση ότι παραγνωρίζουν ακόµη και τα στοιχειώδη:

Πρώτον, ότι μετά από την ήττα που επέφεραν στο όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης οι εξελίξεις στις χώρες του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η αλήθεια που περιέχεται στη σκέψη του Οσκαρ Ουάιλντ γίνεται ακόμα πιο επίκαιρη: «Ένας χάρτης του κόσµου που δεν περιέχει την Ουτοπία δεν αξίζει να τον κοιτάξεις καν, γιατί αφήνει έξω τη µόνη χώρα όπου η Ανθρωπότητα πάντα θα προσγειώνεται. Κι όταν προσγειωθεί, κοιτάζει πέρα και, βλέποντας µια καλύτερη χώρα, ξεκινάει για εκεί. Πρόοδος είναι η υλοποίηση της µιας µετά την άλλη Ουτοπίας».

Δεύτερον, ότι ο Λένιν – και εδώ μιλάμε για τον Λένιν – είχε ξεκαθαρίσει πολύ νωρίς στους επιγόνους του: «Κανένας στον κόσμο δεν μπορεί να μας τσακίσει αν δεν κάνουμε καμιά υπερφυσική ανοησία», έγραφε. Το να χρησιμοποιείς τις μεθόδους του καπιταλισμού στο όνομα της «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» είναι προφανώς περισσότερο κι από την «υπερφυσική ανοησία», για την οποία προειδοποιούσε ο Λένιν.

Τρίτον, ότι στο πανανθρώπινο αίτημα να «ξελασπώσουμε το μέλλον» δεν υπάρχει άλλος δρόμος από εκείνον που περιέγραφε ο Μαρξ αμέσως μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας: «Πέθανε η Επανάσταση. Ζήτω η Επανάσταση»!

Ο Λένιν, λοιπόν, εκείνο που πάνω απ’ όλα συμβολίζει, για μας φυσικά, είναι η αστείρευτη δύναμη που περικλείεται στην μετατροπή του κοινωνικού δίκιου σε πολιτική δράση. Συμβολίζει εκείνη την ακατάβλητη ζωντάνια της σκέψης και της θεωρίας που δεν γίνεται «πατρόν», δεν γίνεται «δόγμα», αλλά εργαλείο και καθοδήγηση για δράση στην προοπτική ενός κόσμου χωρίς ίχνος δεσποτισμού, όπου

«η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός συνιστά προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».

Αυτός είναι και ο λόγος της «αθανασίας» του Λένιν αλλά και ο λόγος που κανένας – κομμουνιστής τουλάχιστον – δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με τα λόγια του Μαγιακόφσκι:

«Επιμένουμε: Μην κάνετε τον Λένιν στάμπες/ Μην τυπώνετε το πορτρέτο του σε πλακάτ,/κερόπανα, πιάτα, ποτήρια, ταμπακέρες./ Μην κάνετε τον Λένιν μπρούντζο./ Μην του αφαιρείτε το ζωντανό του βάδισμα/ και το ανθρώπινό του πρόσωπο/ που ο ίδιος μπόρεσε να διαφυλάξει/ ποδηγετώντας την ιστορία./ Ακόμα ο Λένιν είναι της γενιάς μας άνθρωπος/ ζωντανός με τους ζωντανούς/ αφήστε τον να είναι ζωντανός, όχι πεθαμένος/- Διά ταύτα – κάνετε τον Λένιν δάσκαλό σας/ αλλά μην τον αγιοποιήσετε./ Θρησκεία μην κάνετε τ’ όνομα ενός ανθρώπου/ που σ’ όλη του τη ζωή πολέμαγε όλες τις θρησκείες/ μην τον κάνετε σκεύος λατρείας για να το ρίξτε στο εμπόριο – μην εμπορευτείτε τον Λένιν»

***

(1) Πολ Κρεγκ Ρόµπερτς, υπουργός Οικονοµικών των ΗΠΑ επί προεδρίας Ρίγκαν, περιοδικό CounterPunch, Τα Νέα, 9.10.2010.
(2) Λένιν, Άπαντα, τόµος 27, σελ. 367, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(3) Λένιν, Άπαντα, τόµος 27, σελ. 362, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.
(4) Λένιν, Άπαντα, τόμος 26, σελ. 360 – 363, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή».
(5) Λένιν, απόσπασμα από το άρθρο «Τα διδάγματα της κρίσης», δημοσιεύτηκε στην «Ισκρα» τον Αύγουστο του 1901, «Απαντα», τόμος 5ος, σελ. 85 – 86, έκδοση «Σύγχρονη Εποχή»).

Γράμμα του απεργού πείνας Μοχάμεντ Α (Μυτιλήνη 03/01/2017)

Γράμμα του απεργού πείνας Μοχάμεντ Α

Όταν απουσιάζουν οι χτύποι της καρδιάς μέσα στο κλουβί του θώρακα σταματάει κι η λειτουργία όλου του σώματος. Μπορεί ο πόνος να κυβερνήσει την καρδιά αλλά το πείσμα μέσα στο χρόνο να μην παραδίνεται…

Οι χτύποι του πόνου μέσα στο κλουβί της φυλακής

Να μην σε νοιάζει τι έχεις στα χέρια σου σήμερα γιατί ίσως το χάσεις αύριο. Ίσως μια μέρα έρθεις στη θέση μου και γίνεις εσύ ο επισκέπτης στη χώρα μου. Θα είμαι καλύτερος! Μην κοιτάς τη δύναμή σου σήμερα. Ίσως αύριο βρεθείς σε κάποιο νοσοκομείο κι ίσως εγώ να είμαι αυτός που θα σου δώσει το αίμα του. Η γενναιοδωρία είναι στους τρόπους μου…

Λες αν μιλήσω για το δίκαιο κι αυτά που νιώθω για όσα συμβαίνουν στους ανθρώπους γύρω μου να με καταδικάσουν; Αν κρίνεται ένοχος όποιος μιλάει για δικαιοσύνη και δυναμώνει τον αδύναμο, όποιος στέκεται αντιμέτωπος με την αδικία, όποιος λέει ΟΧΙ!!!, αν είναι έτσι, δέχομαι την τιμωρία. Προτιμώ να πεθάνω τίμιος, θαρραλέος, αξιοπρεπής και λέγοντας την αλήθεια, παρά να ζήσω χωρίς τιμή, χωρίς αξιοπρέπεια, όντας υποκριτής. Ακόμα και το μισό θησαυρό του κόσμου να κατείχα δεν θα είχε καμία αξία αφού τίποτα απ’ όλα αυτά δεν εξαγοράζεται με χρήματα. Το λοιπόν, όλα αυτά είναι ο άνθρωπος. Αυτός δεν κοιτάζει χρώμα ή θρησκεία. Εδώ είμαστε όλοι ίσοι. Αν τιμωρούμαι επειδή είμαι άνθρωπος, αυτή είναι η ουσία του βασανιστηρίου: Μια ζωή χωρίς τιμή, αξιοπρέπεια, δικαιοσύνη. Μια ζωή όπου επικρατούν οι δειλοί. Θεέ μου! Πόσο βάρβαρη είναι η τιμωρία της συνείδησης…

Είμαι γεμάτος δύναμη και δεν σας αναγκάζω να με σεβαστείτε γιατί αυτή την ώρα, η δύναμή μου είναι φόβος. Τώρα δεν χρησιμοποιώ καθόλου τη δύναμή μου γιατί προσπαθώ να καταλάβω από τι υλικό είστε φτιαγμένοι και να μην επηρεαστώ. Γιατί είμαι σαν το χρυσό: Και να τον λιώσεις, θα παραμείνει χρυσός. Δεν αλλάζω. Δεν θα καταφέρετε να λιγοστέψετε τις δυνατότητες και τη δύναμή μου. Ακόμα κι αν δεν καλυτερέψετε τη συμπεριφορά σας απέναντι μου, δεν θα επιδιώξω να έρθω αντιμέτωπος μαζί σας, δεν θα γίνω σαν και σας. Θα παραμείνω όπως είμαι και κανείς δεν θα με σταματήσει να μιλάω για δικαιοσύνη.

Εδώ, σ’ αυτή την κοινωνία πολλοί νιώθουν τι θέλω να πω γιατί είναι γεμάτοι αισθήματα, μπορούν να καταλάβουν τους υπόλοιπους και γνωρίζουν τη σημασία της αλήθειας. Αντιλαμβάνονται την ευχαρίστηση στη μετάδοση της αγάπης μεταξύ όλων των δογμάτων. Τι όμορφο που είναι να ζεις σε μια κοινωνία που δεν ξέρει τα ψέματα ή το μίσος και εύχεται για την αγάπη και την ειρήνη.

Θα υπερασπίζομαι τη δικαιοσύνη και την ισότητα, θα παλέψω την αδικία. Θα υποστηρίζω τον αδικημένο. Θα νιώθω τον πόνο των άλλων κι ας κοστίσει αυτό την ίδια μου τη ζωή. Όχι λοιπόν σε μια ζωή δίχως ισότητα!

Θα είμαι η πένα που εκτοξεύει μελάνι δικαιοσύνης ώστε να κερδίσει ο αδικημένος και να κατεδαφιστεί η αδικία.

Ερωτήσεις.

Πού είναι αυτοί που λένε πως υπερασπίζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα; Μήπως είναι απλά λόγια και δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα; Ψάχνετε την απάντηση; Συγγνώμη, δεν υπάρχει απάντηση.

Αυτή δεν είναι όλη η ιστορία. Είναι ο πρόλογος. Είκοσι δύο (22) μέρες χωρίς τροφή, δεν έχω άλλες αντοχές. Θέλω να σας μιλήσω για το ρατσισμό και την ηθική κάποιων. Να σας πω τι έγινε στην Αίγυπτο. Να σας μιλήσω για όλα…

Σας ευχαριστώ.

http://www.elaliberta.gr/

Είναι χρήσιμη η έννοια των κοινών;

στην κατηγορία Notes+Books, Ιδέες 02 Ιαν 2017

David Bollier, Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή (μετάφραση: Γιώργος Θεοχάρης, επίμετρο: Ανδρέας Καρίτζης, επιστημονική επιμέλεια: Γιώργος Παπανικολάου), Angelus Novus, σσ: 304

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι τα «κοινά» είναι μια από τις έννοιες με πολύ μεγάλη ταχύτητα διάχυσης ανάμεσα σε όσους και όσες –με διαφορετικές προσεγγίσεις– επιχειρούν να συγκροτήσουν αντιστάσεις, αλλά και να αντιπαρατεθούν δημιουργικά στη ριζική αναδόμηση των ανθρώπινων κοινωνιών σήμερα.

Το ερώτημα είναι αν η έννοια των κοινών είναι γόνιμη στη μεταβατική περίοδο που έχουμε εισέλθει. Δεν αναμένουμε από μια έννοια μια εύκολη και γρήγορη λύση των σημερινών αδιεξόδων, ούτε να αναγορευτεί η έννοια των κοινών σε κάποιου είδους «μαγικό κλειδί», που από μόνη της θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη ριζική αλλαγή πορείας που απαιτείται σήμερα.

Σε συνθήκες όπου οι ελίτ δεν δεσμεύονται από τη δημοκρατική έκφραση της λαϊκής βούλησης και οι βασικές λειτουργίες των κοινωνιών ελέγχονται από θεσμούς στους οποίους οι πολίτες δεν έχουν πρόσβαση, η απελευθέρωση των κοινωνιών και η αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν μπορεί πλέον να βασίζεται μόνο στην παραδοσιακή αγωνιστική πολιτική πρακτική. Από την άλλη, αμέτρητες πρωτοβουλίες και εγχειρήματα στο κοινωνικό πεδίο εμφανίζονται αδύναμα, περιθωριακά, απομονωμένα και αποσπασματικά, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες ξανά και ξανά. Δεν φαίνεται να διαθέτουν την «κρίσιμη μάζα» για την απαραίτητη αλλαγή κλίμακας και τη διαμόρφωση ολοκληρωμένων λειτουργικών κυκλωμάτων που θα μπορούσαν να αναβαθμίσουν την επιρροή τους στη γενική πορεία των σύγχρονων κοινωνιών.

Η έννοια των κοινών, λοιπόν, μπορεί να φανεί χρήσιμη με πολλούς τρόπους και σε πολλά επίπεδα στην απαιτητική επανεπινόηση των οργανωσιακών μορφών, των νοοτροπιών, της πολιτικής φαντασίας και μεθοδολογίας που έχουμε ανάγκη. Για να καταστεί χρήσιμο και γόνιμο το πλέγμα ιδεών και εννοιών γύρω από τα κοινά, πρέπει να έχουμε κατά κατά νου ότι δεν πρόοκειται για ένα πλήρως ανεπτυγμένο σύστημα. Είναι μάλλον ένα πορώδες και ανοικτό πλέγμα αρχών, πρακτικών και εννοιών.

Ο «πλούτος» των κοινών

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες προσέγγισης των κοινών. Το βιβλίο του Ντέιβιντ Μπόλιερ [David Bollier] παρέχει μια σύντομη και απλή εισαγωγή στην έννοια των κοινών όπως αυτή αναδύεται σε ποικίλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως είναι φυσικό, αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση διεθνώς για το ποια οπτική γωνία –ή έμφαση σε μια ορισμένη πτυχή των κοινών– είναι πιο δυναμική για την αναβάθμιση των κινημάτων αντίστασης, λιγότερο ή περισσότερο ενσωματώσιμη, κατάλληλη για την προώθηση ενός εναλλακτικού και ανταγωνιστικού παραδείγματος κ.ο.κ. Ωστόσο, αντι να επιδοθούμε σε μια διαδικασία σύγκρισης διαφορετικών οπτικών, θα πρότεινα να επιδιώξουμε τον εντοπισμό εκείνων των στοιχείων περί κοινών που αναδεικνύει η κάθε οπτική γωνία και πώς θα μπορούσαν αυτά να είναι χρήσιμα για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής επιβίωσης και χειραφέτησης.

Τα κοινά απέκτησαν μια δυναμική τα τελευταία χρόνια χάρη στην πολύχρονη και συστηματική εργασία της Έλινορ Όστρομ, η οποία μελέτησε συστήματα διαχείρισης πόρων κοινής δεξαμενής (commons pool resources) σε παραδοσιακά δομημένες κοινότητες. Η μελέτη της ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα κοινά ως ένα τεχνικό σύστημα διαχείρισης πόρων που διαφοροποιείται από τις αρχές οργάνωσης και τη μεθοδολογία συστημάτων διαχείρισης που βασίζονται είτε στην αγορά είτε στο κράτος.

Επίσης, η έννοια των κοινών αναπτύχθηκε στο πεδίο της ψηφιακής τεχνολογίας, και συγκεκριμένα στις κοινότητες και τις πρακτικές γύρω από το ανοικτό/ελεύθερο λογισμικό. Σήμερα έχει επεκταθεί σε πεδία όπως η συλλογική.δημοκρατική διαχείριση μαζικών δεδομένων, τα συστήματα διαχείρισης ανοικτών δεδομένων και ανοικτού υλικού, κατανεμημένα ψηφιακά χρηματοοικονομικά συστήματα κ.ο.κ.

Όπως συχνά τονίζει ο Μπόλιερ στο βιβλίο του, με νηφαλιότητα και χωρίς μεγαλοστομίες, η έννοια των κοινών προσανατολίζει στη διερεύνηση και ανάπτυξη θεσμών, ρυθμίσεων και κανόνων για μια μετα-καπιταλιστική κοινωνική και θεσμική οργάνωση, θέτοντας στο επίκεντρο της προσοχής το προφανές: η κυριαρχία της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού δεν μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα των νοητικών και οργανωσιακών μορφών που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των σημερινών προκλήσεων για τις κοινωνίες μας και την ανθρωπότητα στο σύνολό της. Αυτή η επιλογή είναι κεφαλαιώδης, καθώς φέρνει στην επιφάνεια την πρόκληση ανάπτυξης θεσμίσεων, συστημάτων διαχείρισης και παραγωγής και τύπων διακυβέρνησης που είναι σχετικότερες με τις σημερινές συνθήκες.

Επίσης, η νομική διάσταση των κοινών επερωτά θεμελιακές κατηγορίες του νομικοφιλοσοφικού υποβάθρου της νεωτερικότητας. Η έννοια των κοινών δεν μπορεί να βρει τη θέση της σε μια νομική κοσμοθεώρηση, όπου το δικαίωμα αποτελεί κατηγόρημα που αποδίδεται σε άτομα και η ατομική ιδιοκτησία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της αρχετυπικής σύλληψης της κοινωνίας.

Επιπρόσθετα, η συζήτηση περί κοινών, θέτοντας στο επίκεντρο του προβληματισμού ζητήματα που σχετίζονται με τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής, προσανατολίζει την προσοχή στην υπαρξιακή ανάγκη των ανθρώπων για συλλογικό νόημα και ανθρώπινη επαφή, πτυχές που το κράτος και η αγορά, όπως έχουν εξελιχθεί σήμερα, δεν είναι σε θέση να προσφέρουν. Η διαχείριση των κοινών είναι µια άλλη µορφή διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων.

Η ενθυλάκωση της οικονομικής δραστηριότητας σε πιο εύρωστα συστήματα διαχείρισης των κοινών, που περιλαμβάνουν περισσότερες διαστάσεις των ανθρώπινων σχέσεων (πέραν αυτής της απρόσωπης συνδιαλλαγής), φαίνεται να είναι πιο σχετικά με τις ανάγκες της περιόδου: για παράδειγμα, οι περίφημες εξωτερικότητες της καθιερωμένης οικονομικής πρακτικής –οι οποίες έχουν οδηγήσει σε παραγωγικές τερατογενέσεις και καταστροφές χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία– τοποθετούνται στο επίκεντρο των συστημάτων διαχείρισης των κοινών.

Υπό προϋποθέσεις, η επεξεργασία και περαιτέρω ανάπτυξη τέτοιων συστημάτων διαχείρισης μπορούν να ενδυναμώσουν παραγωγικές νοοτροπίες και πρακτικές ευθέως αντιθετικές με τη λογική του κέρδους και του ανταγωνισμού. Οι εν λόγω νοοτροπίες και πρακτικές με τη σειρά τους είναι σε θέση να αναμετρηθούν με τις συνέπειες της καταστροφικής επίδρασης της λογικής του κέρδους και του ανταγωνισμού στις κοινωνίες μας και το περιβάλλον.

Η έννοια των κοινών άλλοτε σχετίζεται με συστήματα διαχείρισης, άλλοτε με τις κοινωνικές σχέσεις, άλλοτε με βαθύτερα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά (δίπολο ατομικό/συλλογικό, επιμέρους/καθολικό κ.ο.κ) και άλλοτε με κοινωνικές θεσμίσεις. Η έννοια των κοινών συναντά το συνεταιριστικό κίνημα και την αλληλέγγυα οικονομία, αναμετριέται με την έννοια της αξίας και το ρόλο του χρήματος, διαλέγεται με ιθαγενικά και άλλα μη νεωτερικά συστήματα αξιών και τύπους ορθολογικότητας, και φωτίζει υπαρκτές αλλά παραγνωρισμένες και υποτιμημένες νεωτερικές και προ-νεωτερικές λογικές, έξεις και νοοτροπίες που είναι ενεργές στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η έννοια των κοινών –όσο παραμένει πορώδης και ανοικτή– δείχνει να αλληλεπιδρά με ζητήματα απολύτως καίρια σε μια πορεία εναγώνιας αναζήτησης μιας νέας αγωνιστικής μορφής ζωής σε έναν κόσμο που κλυδωνίζεται: η λειτουργικότητα στη μικροκλίμακα συλλογικών διαδικασιών, η διασύνδεση επιμέρους πρωτοβουλιών σε ολοκληρωμένα κυκλώματα, το ερώτημα της θεσμικής οργάνωσης και της διακυβέρνησης με αποκεντρωμένο, δημοκρατικό, συμμετοχικό τρόπο, η αλληλεπίδραση με το κυρίαρχο οικονομικό κύκλωμα, η αναμέτρηση με νέες τεχνολογικές εξελίξεις κ.ο.κ. Αυτά τα ζητήματα δεν είναι προβλήματα και αδυναμίες της έννοιας των κοινών: είναι ζητήματα ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή μας – και η έννοια των κοινών μάς βοηθάει να τα αναγνωρίσουμε και να αναμετρηθούμε μαζί τους. Η έννοια των κοινών είναι μια πρόκληση να επανεκπαιδεύσουμε το βλέμμα μας στις εξελίξεις γύρω μας.

Χειραφέτηση και κοινά

Όσοι και όσες με διάφορους τρόπους, με διαφορετικές καταγωγές και αφετηρίες, για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετικές αφορμές αναλαμβάνουν την ευθύνη να αντισταθούν στην εξόντωσή τους και στην παρακμή των κοινωνιών τους, είναι εκείνοι και εκείνες που, για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του αγώνα, ήδη διερευνούν νέες μορφές, κατευθύνσεις, μεθοδολογίες και πρακτικές. Ταυτόχρονα, ζούμε σε μια περίοδο όπου η ταχύτητα των εξελίξεων σε διάφορους τομείς «τσιτώνει» τις κοινωνίες, με αποτέλεσμα να διευρύνεται η απόσταση μεταξύ εκτεταμένων τμημάτων που αποκλείονται πολλαπλώς και έχουν μικρή ως ελάχιστη πρόσβαση στη γνώση και την πληροφορία, και εκείνων των στρωμάτων που επίσης καταπιέζονται και ασφυκτιούν, αλλά διατηρούν κάποια πρόσβαση στην εργασία, τη γνώση και την πληροφορία. Μόνο μια σύνθετη πολιτική στρατηγική που θα ενοποιήσει αυτές τις «φυλές» των προς εξόντωση πληθυσμών θα μπορέσει

α) να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά με τις ελίτ για να αναχαιτίσει τη σημερινή πορεία των πραγμάτων,

β) να συμβάλει στην επιβίωση εκτεταμένων τμημάτων του πληθυσμού που αφήνονται στη μοίρα τους και

γ) να αναπτύξει μια στρατηγική χειραφέτησης ικανή να αντιμετωπίσει τα εκρηκτικά σημερινά αδιέξοδα των σύγχρονων κοινωνιών και της ανθρωπότητας στο σύνολό της.

Η έννοια των κοινών μπορεί να συμβάλει –υπό προϋποθέσεις και την κατάλληλη μεθοδολογία– στη διαμόρφωση ενοποιητικών διεργασιών. Η έννοια των κοινών εμφιλοχωρεί στον λόγο και την πρακτική –με διαφορές και αποκλίνουσες συνδηλώσεις– ιθαγενικών κινημάτων, κινημάτων διεκδίκησης γης, περιβαλλοντικών κινημάτων, κινημάτων για την ψηφιακή ελευθερία και την ανοικτότητα, κινημάτων πόλης, κινημάτων αντίστασης στην εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση και κινημάτων ανάκτησης υπό δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο πόρων και υποδομών – από τη γη και το νερό μέχρι τη γνώση, την πληροφορία, τους δημοσίους χώρους. Κι αυτό, καθώς παρέχει έναν τρόπο να τεθούν ηθικά και πολιτικά ζητήματα που η συμβατική πολιτική τείνει να αγνοεί ή να απωθεί.

Επιπρόσθετα, η γλώσσα των κοινών παρέχει χρήσιμα εργαλεία για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου οράματος που θα επιτρέψει σε όσους και όσες πλήττονται με διαφορετικούς τρόπους από την απολυταρχία της αγοράς να αναγνωρίσουν την κοινή τους μοίρα, να αναπτύξουν μια κοινή αφήγηση, να καλλιεργήσουν δεσμούς αλληλεγγύης, συντονισμού και συνεργασίας. Και, γιατί όχι, να οικοδομήσουν συστάδες λειτουργικών εναλλακτικών παραγωγικών διαδικασιών και κοινωνικών θεσμίσεων που διέπονται από μια διαφορετική λογική. Με άλλα λόγια, η γλώσσα των κοινών μπορεί να συμβάλει στη σύγκλιση αντιστάσεων, κριτικών φωνών και λειτουργικών παραδειγμάτων.

Η έννοια των κοινών μπορεί να συμβάλει στην αναζωογόνηση της πολιτικής φαντασίας. Εστιάζοντας στη συλλογική χρήση και διαχείριση κοινών πόρων, και επεκτείνοντας ακτινωτά μια τέτοια προσέγγιση σε άλλες δραστηριότητες, η έννοια των κοινών μας «σπρώχνει» να σκεφτούμε, να πειραματιστούμε και να διερευνήσουμε ολοκληρωμένα μοντέλα συντονισμού, μεθόδους και θεσμίσεις δημοκρατικού σχεδιασμού που άπτονται νέων τρόπων διακυβέρνησης στη μικρο- και μακρο- κλίμακα, και τη λειτουργική συνάρθρωση «κυττάρων» μιας άλλης λογικής στο τοπικό, περιφερειακό και διαπεριφερειακό επίπεδο. Δικτυώσεις και διασυνδέσεις μεταξύ εγχειρημάτων διαχείρισης των κοινών μπορούν να μας παράσχουν μια ζωτική υποδομή για την ανάδυση μιας νέας κοινωνικής αυτονομίας, η οποία θα αυξήσει την ανθεκτικότητα των ανθρώπων χωρίς οικονομική ισχύ και θα θέσει τις βάσεις για μια πολιτική στρατηγική με πολύ διευρυμένους ορίζοντες.